Friday, June 19, 2009

Η ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΑΥΤΑΠΑΤΗ

Ασεβής δέν είναι ό αποδεικνύων ανυπόστατους τούς περί Θεών δοξασίας τών πολλών, αλλά ό προσάπτων είς τούς Θεούς τάς δοξασίας τών πολλών.

Ένα σύνολο γνώσεων που αφορούν τον αντικειμενικό κόσμο,καλείται Επιστήμη. Το σύνολο αυτό, συστηματοποιημένο και ταξινομημένο, προκύπτει γενικά από τη σύζευξη δύο συνιστωσών: Η μια είναι η παρατήρηση φαινομένων που συμβαίνουν ανεξάρτητα από τη δράση του παρατηρητή καθώς και τεχνητή πρόκληση φαινομένων, π.χ. στο εργαστήριο. Η άλλη είναι η ερμηνεία των φαινομένων αυτών με βάση ένα σύστημα συλλογισμών που στηρίζεται σε ορισμένες από πριν παραδοχές επιβεβαιωμένες πειραματικά ή μη (επιστημονική θεωρία). Αξίζει να σημειωθεί ότι μια επιστημονική θεωρία κρίνεται ικανοποιητική, αν επαληθεύεται από μια σειρά φαινομένων και είναι σε θέση να τα ερμηνεύσει. Με αυτή την έννοια, δεν επιδιώκεται η επινόηση μιας θεωρίας που να έχει παγκόσμια εφαρμογή και να ισχύει αιώνια (απόλυτη αλήθεια), αλλά η αναζήτηση θεωριών που επαληθεύονται σε πεπερασμένο χώρο και χρόνο (σχετική αλήθεια). Π.χ. η νευτώνεια μηχανική, όσο κι αν έχει ανατραπεί από τη θεωρία της σχετικότητας, θεωρείται ικανοποιητική, εφόσον ερμηνεύει φαινόμενα του καθημερινού μας περιβάλλοντος.
Η επιστημονική αλήθεια όμως δεν παύει να είναι αλήθεια αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από τις υποκειμενικές διαθέσεις του παρατηρητή ή του ερευνητή και την κατάσταση στην οποία αυτός βρίσκεται. Από τα παραπάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι στην επιστημονική μέθοδο δεν έχουν θέση τελολογικές ερμηνείες γεγονότων, εκτός αν αυτά αφορούν τη δραστηριότητα συνειδητών όντων, όπως είναι ο άνθρωπος και μερικά ανώτερα ζώα. Η επιστημονική μεθοδολογία δεν αναζητεί εκ των προτέρων σκοπούς προκειμένου να εξηγήσει κάτι, αλλά αναζητεί τα αίτια που το δημιουργούν. Σημαντικότατο χαρακτηριστικό της επιστημονικής σκέψης είναι εξάλλου η τάση να ανάγονται οι ποιοτικές διαφορές μεταξύ μεγεθών, φαινομένων, γεγονότων, σε ποσοτικές. Αυτό έχει ως σκοπό την εξεύρεση των νόμων που ρυθμίζουν το αντικείμενο ενός επιστημονικού τομέα κάτω από τη φαινομενική ποικιλία ιδιόμορφων χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων. Τα μαθηματικά, όταν εφαρμόζονται σε μια επιστήμη, εκφράζουν αυτή την αναγωγή του ποιοτικού στο ποσοτικό στον υπερθετικό βαθμό. Συγκεκριμένα, όταν σε μια μαθηματική εξίσωση στη φυσική εκφράζουμε ένα φυσικό μέγεθος σε συνάρτηση με άλλα, κάνουμε ακριβώς αυτό, π.χ. δύναμη = μάζα x επιτάχυνση. Το φυσικό μέγεθος «δύναμη» είναι ποιοτικά διαφορετικό από τα δύο άλλα του δεύτερου μέλους της εξίσωσης. Ωστόσο, ανάγεται στα φυσικά μεγέθη «μάζα» και «επιτάχυνση». Ορίζουμε δηλαδή μια μονάδα δύναμης ως το γινόμενο μιας μονάδας μάζας και μιας μονάδας επιτάχυνσης. Είναι βέβαια αντιληπτό ότι σε καμιά επιστήμη δεν έχουν πλήρη και καθολική εφαρμογή τα μαθηματικά και, σε πολλές μάλιστα, ιδίως σε όσες ασχολούνται με τις ανθρώπινες σχέσεις, έχουν ελάχιστη ή καθόλου εφαρμογή (π.χ. κοινωνιολογία, ψυχολογία). Η τάση όμως αυτή υπάρχει σε όλες τις επιστήμες, και, από μια άποψη, τόσο περισσότερο αναπτυγμένη θεωρείται μια επιστήμη όσο περισσότερο χρησιμοποιεί τα μαθηματικά. Παλιότερα θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ότι η διαίρεση των επιστημών σε θετικές και θεωρητικές έχει άμεση σχέση με το βαθμό χρησιμοποίησης των μαθηματικών, εφόσον οι θετικές, που ερευνούν το φυσικό κόσμο που δεν έχει σχέση με τη συνειδητή δράση του ανθρώπου, είναι σε μεγαλύτερο βαθμό «μαθηματικοποιημένες» από τις λεγόμενες θεωρητικές, που ασχολούνται με τομείς όπου παρεμβαίνει ο παράγοντας «άνθρωπος». Σήμερα όμως κάτι τέτοιο δε θα ήταν αποδεκτό γιατί, αν και στις ονομαζόμενες «ανθρωπιστικές» επιστήμες που ασχολούνται με τις ανθρώπινες σχέσεις αυτές καθαυτές, όπως η κοινωνιολογία, τα μαθηματικά έχουν ελάχιστη θέση, έχουν αντίθετα αυξήσει σημαντικά το ποσοστό συμμετοχής τους σε επιστήμες όπως η οικονομία. Εξάλλου, η μαθηματική επιστήμη αυτή καθεαυτή δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως επιστήμη μελέτης του αντικειμενικού κόσμου, όσο τεράστια και αν είναι η εφαρμογή της στις θετικές επιστήμες. Θα μπορούσε καλύτερα να θεωρηθεί ως επιστήμη της νόησης, στην ίδια κατηγορία με τη λογική.
Μια άλλη διάκριση αφορά την καθαρή επιστήμη (pure science) και την εφαρμοσμένη, εκείνη δηλαδή που έχει άμεση εφαρμογή στην πράξη, προκειμένου να εξυπηρετήσει κατά κανόνα την παραγωγική δραστηριότητα, όπως π.χ. η μηχανολογία. Αν και η διάκριση αυτή είναι χρήσιμη πρακτικά, από άποψη θεωρητική δύσκολα θα μπορούσε να σταθεί, αφού οι εφαρμοσμένες επιστήμες χρησιμοποιούν τα πορίσματα των θεωρητικών και σε τελευταία ανάλυση αποτελούνται από ορισμένους τομείς μιας ή περισσότερων «καθαρών» επιστημών.
Αν και η αρχή ορισμένων επιστημών ανάγεται στην ελληνική αρχαιότητα, δεν είναι εύκολη η σύγκριση μιας σύγχρονης επιστήμης ή ενός σύγχρονου επιστήμονα με τα αρχαιοελληνικά αντίστοιχά τους. Χαρακτηριστικό της σύγχρονης επιστήμης είναι η ειδίκευση κατά τομείς, ακόμα και στους επιμέρους κλάδους της κάθε επιστήμης. Στην αρχαιότητα όμως κάτι παρόμοιο δε συνέβαινε. Ο επιστήμονας ήταν ο φιλόσοφος που συγκέντρωνε όλες τις γνώσεις, οτιδήποτε αφορούσε οποιαδήποτε κατάκτηση του ανθρώπινου μυαλού και είχε γνώση για το καθετί. Ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος είχε λοιπόν μια καθολική εικόνα του κόσμου. Αυτό βέβαια ήταν σχετικά εύκολο, γιατί οι ανθρώπινες γνώσεις ήταν τότε ελάχιστες σε σχέση με τις σύγχρονες. Με την πρόοδο όμως των επιστημών, ιδίως μετά το 15ο αι., οι γνώσεις αυξήθηκαν σε βαθμό που να γίνεται αδύνατη η κατοχή τους από ένα μόνο πρόσωπο. Έτσι άρχισε η εξειδίκευση. Η επιστήμη χωρίστηκε από τη φιλοσοφία, που εξακολούθησε να ασχολείται με τον κόσμο ως σύνολο γενικά, με το καθολικό, με το παγκόσμιο. Οι επιστήμες αντίθετα συνέχισαν να εξειδικεύονται κατά τομείς, μέχρις ότου δημιουργήθηκαν ειδικότητες μέσα στο χώρο της καθεμιάς επιστήμης. Στη σύγχρονη εποχή ωστόσο θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε την ύπαρξη της αντίθετης τάσης: τα όρια μεταξύ συγγενικών κλάδων γίνονται περισσότερο ασαφή, έτσι ώστε ένας επιστήμονας είναι υποχρεωμένος να έχει ορισμένες γνώσεις για τους γειτονικούς κλάδους του τομέα του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι φυσικές επιστήμες, όπου κυρίως με την εμφάνιση της ατομικής και πυρηνικής φυσικής και χημείας τα όρια των δύο επιστημών γίνονται όλο και περισσότερο ακαθόριστα. Ανάλογα παραδείγματα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και για άλλες επιστήμες, όπως η εφαρμογή στην ιατρική αρχών και μεθόδων που ανήκουν στο χώρο της φυσικής, η πλατιά χρήση των μαθηματικών στην κοινωνιολογία κ.ά. Έτσι, όσο αφορά την καθολική εικόνα της εξέλιξης της επιστήμης από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι στη σύγχρονη φάση της η επιστήμη δεν έχει ως μόνο χαρακτηριστικό της την εξειδίκευση, αλλά και κάτι από την παγκοσμιότητα της πρώτης αρχαιοελληνικής περιόδου της.






Οντολογία. Κλάδος της φιλοσοφίας και κυρίως της μεταφυσικής φιλοσοφίας, που ασχολείται με τη μελέτη του όντος ως ύπαρξης. Εισήχθη ως όρος στα μέσα του 17ου αι. από τον Κρίστιαν Βολφ, αλλά ως κλάδος της φιλοσοφίας υπάρχει ήδη από την αρχαία Ελλάδα.
Το ον ως ύπαρξη ορίζεται ως αυτό που «είναι» και έχει μια γενική φύση που παρουσιάζεται η ίδια σ' όλα τα ξεχωριστά όντα. Το ον ως ύπαρξη σημαίνει επίσης «πραγματικότητα» και συνεπώς η οντολογία μπορεί να εξεταστεί και ως η μελέτη της πραγματικότητας. Η έννοια του όντος θεωρείται γενικά ως «καθεαυτό», αφού δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο μιας περιορισμένης σχέσης ή υπό το πρίσμα μιας ιδιαίτερης άποψης. Από την άλλη πλευρά όμως, από τη στιγμή που η οντολογία ασχολείται με την ανθρώπινη εμπειρία, είναι μια θεωρία πολύ λιγότερο απόλυτη, καθαρή και αυτάρκης σε σχέση με τη μεταφυσική.
Τα βασικά ερωτήματα της οντολογίας είναι αυτά που αφορούν την ύπαρξη. Δηλαδή τι είναι η ύπαρξη και τι σημαίνει υπάρχω, τι είναι φυσικό αντικείμενο και πόσοι τύποι φυσικών αντικειμένων υπάρχουν, τι σημαίνει ιδιότητα του όντος και σχέσεις της ύπαρξης με τα υπόλοιπα όντα, πότε σταματά η ύπαρξη και τι είναι το «γίγνεσθαι», τι είναι ο θάνατος και πότε ένα ον πεθαίνει, δηλαδή τα ερωτήματα που θέτει η οντολογία αφορούν το σύνολο της ύπαρξης και το φαινόμενο της ζωής.
Βασικό πρόβλημα που απασχόλησε την οντολογία είναι ο ορισμός του φυσικού αντικειμένου. Σε γενικές γραμμές δόθηκαν δύο απαντήσεις: η πρώτη λέει ότι το φυσικό αντικείμενο ορίζεται ως η ουσία του αντικειμένου αυτού, ανεξάρτητα από τις ιδιότητες που το διέπουν και η δεύτερη ισχυρίζεται ότι είναι το σύνολο των ιδιοτήτων που το χαρακτηρίζουν. Έτσι, για πολλούς φιλοσόφους που ασχολήθηκαν με την οντολογία, το πρόβλημα του όντος μετατράπηκε στην αναζήτηση της ουσίας του.
Η οντολογία, όπως και η φιλοσοφία γενικότερα, γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Στον Αριστοτέλη η θεώρηση του όντος συνδέεται με τη θεώρηση του ύψιστου όντος, του θεού. Ο Αριστοτέλης μίλησε για το «όντως ον», δηλαδή για την ύπαρξη με έμφαση στο γεγονός ότι «υπάρχει» και συνέχισε αναλύοντας τις κατηγορίες της ύπαρξης, τα είδη δηλαδή του όντος και τους τρόπους με τους οποίους φαίνονται. Στον Αριστοτέλη, η θεώρηση του οντολογικού προβλήματος συμπίπτει μεθοδολογικά με την εξέταση του θεολογικού ζητήματος, χαρακτηρίζοντας την «πρώτη φιλοσοφία» του (αυτή που ασχολείται δηλαδή με τις γενικές αρχές και τις πρώτες αιτίες), που αργότερα ονομάστηκε μεταφυσική.Οι διάδοχοι του Αριστοτέλη στην αρχαιότητα αλλά και στη σύγχρονη εποχή, αναζήτησαν απαντήσεις σε όλα τα οντολογικά προβλήματα. Ο Καρτέσιος συνέδεσε την ύπαρξη με τη σκέψη, με το πασίγνωστο «σκέπτομαι, άρα υπάρχω». Η οντολογία σχετίστηκε με την ύπαρξη του Θεού και κάποιες οντολογικές αναλύσεις χρησιμοποιήθηκαν για να αποδείξουν την ύπαρξή του. Πάντως ο όρος «οντολογία» εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις αρχές του 17ου αι. από τον Κρίστιαν Βολφ. Ο Καντ απέρριψε την οντολογία θεωρώντας ότι υπερβαίνει τα όρια της ανθρώπινης γνώσης και υπό την επιρροή του η γερμανική ιδεαλιστική σχολή την έθεσε στο περιθώριο. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε ξανά στη φιλοσοφία από τον ιδρυτή της φαινομενολογίας Έντ. Χούσερλ, που διέκρινε την οντολογία σε υλική (που μελετά μια συγκεκριμένη περιοχή του όντος και το πρόβλημα της υλικής σύστασης των όντων σε αυτήν την περιοχή) και σε μορφική (που περιλαμβάνει ταυτόχρονα όλες τις δυνατές οντολογίες). Ο Χούσερλ ουσιαστικά επανέρχεται στο πρόβλημα της κατηγορίας του όντος με την υλική οντολογία και στο πρόβλημα της ουσίας του όντος με τη μορφική οντολογία του. Με την οντολογία ασχολήθηκαν στον 20ό αι. ο Χάιντεγκερ με το έργο του «Είναι και χρόνος» και ο Σαρτρ με το έργο του «Το Είναι και το Μηδέν: δοκίμιο φαινομενολογικής οντολογίας»). Ειδικά ο Σαρτρ με τον όρο φαινομενολογική οντολογία εννοεί τη φιλοσοφία εκείνη που θέλει να αποδείξει ότι το Είναι, δηλαδή το Ον, είναι αυτό που υπάρχει στην εξωτερική πραγματικότητα που μας περιτριγυρίζει. Αντίθετα, ο Χάιντεγκερ συνέδεσε το Είναι με το Χρόνο και γι’ αυτό επιθυμούσε να ονομάσει την οντολογία του Οντοχρονία. Πράγματι, γι’ αυτόν, ο Χρόνος είναι ο ορίζοντας μέσα στον οποίο αποσαφηνίζεται το Είναι της ύπαρξης.
Αιωνιότητα. Η παντοτινή ύπαρξη μέσα στους αιώνες χωρίς αρχή και τέλος, η αθανασία.Στη Φιλοσοφία η αιωνιότητα βρίσκεται έξω από το χρόνο, δεν έχει αρχή μέσα στο χρόνο, ενώ το τέλος της είναι άχρονο. Το πρόβλημα της αιωνιότητας απασχόλησε τους αρχαίους φιλοσόφους που προσπάθησαν να την ορίσουν. Σύμφωνα με τους Ελεάτες αιώνιο είναι το ον, το οποίο –όπως λέγει ο Ξενοφάνης– ταυτίζεται προς το θεό, ενώ φθαρτό είναι όλα όσα γίνονται. Ο Ηράκλειτος θεωρεί αιώνιο το νόμο της γένεσης, ο Δημόκριτος αποδίδει την ιδιότητα του αιώνιου στα άτομα, ενώ ο Πλάτωνας αιώνιες ορίζει τις ιδέες. Για τον Αριστοτέλη αιώνιο είναι το σύμπαν, που ούτε γεννήθηκε ούτε πρόκειται να φθαρεί, αλλά είναι ένα και παντοτινό, δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος και περιέχει μέσα του αυτόν τον ίδιο τον άπειρο χρόνο. Για τους Στωικούς το αιώνιο είναι η ουσία του κόσμου και ο νόμος της ανακύκλωσης. Για το χριστιανισμό αιώνιος είναι ο Θεός. Από τους κατοπινούς φιλοσόφους, ο Σπινόζα συνδύασε στενά την έννοια της αιωνιότητας προς την έννοια του απόλυτου όντος ή ουσίας και τα ιδιώματά της: την έκταση και τη νόηση. Για το Σέλιγκ, το Χέγκελ, το Σοπενχάουερ, το Σπένσερ κ.ά. το αιώνιο βρίσκεται στο απόλυτο. Για τους υλιστές η ύλη είναι αιώνια μέσα στο χρόνο και καταλαμβάνει τον άπειρο χώρο.
Άπειρο. Η ιδιότητα εκείνου που δεν έχει «εν δυνάμει» όρια, τέλος. Το αχανές, το σύμπαν.Οι πρώτοι «φυσικοί» φιλόσοφοι έχουν δώσει ποικίλες και διαφορετικές ερμηνείες στην έννοια του απείρου. Κατά τους Πυθαγόρειους, ο κόσμος είναι «άπειρος», δεν έχει τέλος (πέρας). Το κενό, κατά το Δημόκριτο, θεωρούνταν «άπειρο». «Άπειρη» αποκαλούσε την ύλη ο Αναξίμανδρος. Οι Ελεάτες χαρακτήριζαν την «ουσία» των όντων «άπειρη». Το ίδιο και ο Πλάτων. Αντίθετα, ο Αριστοτέλης μιλούσε για ένα «δυνάμει» άπειρο, υπονοώντας τον αριθμό και το χρόνο. Αργότερα, ο Επίκουρος έκανε λόγο για άπειρους κόσμους, ενώ οι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι, ο Πλωτίνος και ο Φίλωνας ο Ιουδαίος, πίστευαν πως ο Θεός είναι άπειρος. Την έννοια αυτή χρησιμοποιεί και τονίζει όλη η θεολογική φιλοσοφία. Δεν υπάρχει, δηλαδή, από φιλοσοφική άποψη, κανένας κοινός ορισμός για την έννοια του απείρου και αυτό φανερώνει πως ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να συλλάβει μια έννοια που ξεπερνά τις περιορισμένες, τις «πεπερασμένες», δυνατότητές του.
Απόλυτο. Το τέλειο, το ανεξάρτητο, το απεριόριστο, αυτό που έχει μέσα του το λόγο της ύπαρξής του. Τα ποικίλα φιλοσοφικά συστήματα έδωσαν στο απόλυτο τη δική τους ξεχωριστή σημασία και ερμηνεία το καθένα. Απόλυτο κατά την ινδική φιλοσοφία είναι ο Βράχμα (η κοσμική ψυχή), που ταυτίζεται με τον Άτμα (το υπερβατικό εγώ). Ο Πλάτων δέχεται ως απόλυτο την ιδέα που είναι η κυριαρχική αντικειμενική πραγματικότητα. Για τον Ντεκάρτ, απόλυτο είναι καθετί που μέσα του έχει την πρωταρχική και καθαρή φύση των πραγμάτων και των εννοιών. «Η ουσία ως αιτία του εαυτού της», κατά το Σπινόζα, «είναι το απόλυτο». Ο Καντ καθορίζει το απόλυτο με τη φράση «αυτό που βρίσκεται πέρα από τα όρια κάθε δυνατής ανθρώπινης εμπειρίας». Ο Μπερξόν δέχεται ως απόλυτο τη ζωή, ο Φίχτε το απεριόριστο. Μερικοί από τους υπαρξιστές αποδίδουν την αυτοκαταστροφή του ανθρώπου στην έντονη αναζήτηση του απόλυτου. «Κυνηγώντας το απόλυτο δε φτάνεις παρά στην καταστροφή», κατά το Σαρτρ.
Αγαθό. Καθετί που έχει αξία για το συναίσθημα και τη βούληση του ανθρώπου και το οποίο βρίσκεται μέσα στα πλαίσια της κρατούσας ηθικής. Κατά συνέπεια, η έννοια του αγαθού αποτελεί το αντικείμενο της Ηθικής. Πιο πλατιά, ο όρος χρησιμοποιείται για χαρακτηρισμό αντικειμένων που μπορεί να μην έχουν ηθική αξία αλλά είναι ευχάριστα ή χρήσιμα ή σκόπιμα. Στην περίπτωση αυτή ο όρος συμπίπτει με την έννοια της αξίας.Οι αρχαίοι φιλόσοφοι προσπάθησαν να ορίσουν ένα «ύψιστον αγαθόν», σύμφωνα με το οποίο να κατατάσσονται οι υπόλοιπες ηθικές αξίες. Για τον Αριστοτέλη το ηθικό αγαθό είναι ο σκοπός όλων των ανθρώπινων εκδηλώσεων. Για τον Πλάτωνα το ύψιστο αγαθό βρίσκεται στον αιώνιο κόσμο των ιδεών και του λόγου, ενώ για τον Επίκουρο το αγαθό βρίσκεται στην πλήρη ευδαιμονία, στη γαλήνη που φτάνει μόνο ο σοφός. Και ο Λουκρήτιος επίσης προσπαθεί να διαμορφώσει φιλοσοφικό σύστημα που να μπορεί να χαρίσει στον άνθρωπο το ύψιστο αγαθό: την αταραξία και την απάθεια στη ζωή. Ο Πλωτίνος βρίσκει το ύψιστο αγαθό στη μυστική ένωση με το Θεό. Στους νεότερους φιλοσόφους η έννοια του αγαθού εκπηγάζει από την ηθική που επικρατεί ή αποδέχεται κάθε φιλόσοφος. Ο Ντεκάρτ (Καρτέσιος) δέχεται ως ύψιστο αγαθό την αλήθεια και την ελευθερία, ο Σπινόζα το τοποθετεί στην ευτυχία της απόλυτης γνώσης και ο Καντ στην αγαθή βούληση. Στη χριστιανική θρησκεία το αγαθό ταυτίζεται με τη θέληση του Θεού.
Θεός. Το αιώνιο, άναρχο και ατελεύτητο πνεύμα, δημιουργός και συντηρητής του σύμπαντος.Κατά τον Αριστοτέλη ο Θεός είναι το «κινούν ακίνητον», δηλαδή αυτό που κινεί τα πάντα, ενώ το ίδιο μένει ακίνητο. Για τον Πλάτωνα είναι «ο πάντων αίτιος». Η αρχαιοελληνική λαϊκή θρησκεία, όπως και κάθε λαϊκή θρησκεία, δεν κάνει αφηρημένες σκέψεις για το Θεό. Απλώς ζει τη θρησκεία, τα θρησκευτικά φαινόμενα, που τα θεωρεί θέληση του Θεού, έστω και αν έχουν προέλευση τη μαγική σκέψη του ανθρώπου. Σύμφωνα με τη χριστιανική αντίληψη, ο Θεός γίνεται γνωστός στην κτίση από τις ενέργειές Του. Η ουσία όμως της θεότητας είναι και θα παραμένει αιώνια απρόσιτη και απερινόητη, υπερβατική και εντελώς αυθύπαρκτη, χωρίς να επιδέχεται κατηγορούμενα του κατηγορικού συλλογισμού. Για το Θεό δεν είναι δυνατό να δοθεί όνομα. Ακόμα και το όνομα «Θεός» «ενεργείας έστιν όνομα» (Ιω. Δαμασκηνός).
Ως υπερώνυμος, ενώ παραμένει πάντα προσωπικός, καταντά ανώνυμος κατά την ουσία και ποικιλώνυμος κατά τις ενέργειες. Το να εκφράσουμε το Θεό είναι πάρα πολύ δυσκολότερο από το να τον βρούμε (πρβλ. Πλάτωνα Τίμαιος 28c). Ο Θεός βρίσκεται πέρα από το παιχνίδι της άρνησης και κατάφασης της διαλεκτικής και πέρα από την ορθολογιστική νοησιαρχία, που προσπαθεί να κάνει το Θεό αντικείμενο μελέτης της ανθρώπινης σκέψης. Μόνος τρόπος προσπέλασης του μυστηρίου του Θεού παραμένει η αποφατική θεολογία, η οποία θεωρεί τη γνώση της ουσίας του Θεού για πάντα απερινόητη και αποδίδει στο Θεό ονόματα που έχουν αφαιρετική σημασία (π.χ. αόρατος, αναφής, ακατάληπτος, απρόσιτος κτλ.). Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας (Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος ο Νύσσης, Ιω. Χρυσόστομος, Κύριλλος, Διον. Αρεοπαγίτης, Μάξιμος, Ιω. Δαμασκηνός) διδάσκουν ότι η θεία ουσία παραμένει αιώνια ακατάληπτη και ανεπίδεκτη προσέγγισης αυτή καθαυτή. Μπορούμε να πούμε τι δεν είναι Θεός, τι είναι όμως όχι. Μόνα γνωστά για το Θεό είναι ό,τι μας παρέχει η βύθιση στο σκοτάδι της αγνωσίας: η ακαταληψία και η απειρία. Εξαιτίας της υπερβατικότητας του Θεού είμαστε εντελώς ανίκανοι να δώσουμε όνομα στο Θεό. Μια μετοχή την οποία χρησιμοποιεί ο Ίδιος για όνομα αποκαλύπτει ενέργεια και όχι ουσία: «ο Ων» (Εξοδ. 3, 6). Είναι «νους υπέρ νουν και όνομα υπέρ παν όνομα». Οι αφηρημένες θεωρίες των ιδεών (π.χ. του καλού, του ωραίου, του αγαθού) και οι εμπειρικές εικόνες και έννοιες δε μας δίνουν καμιά δυνατότητα προσέγγισης του Θεού.
Δε βρίσκεται ο Θεός ούτε στον ιδεατό κόσμο ούτε έχει τη μορφή εμπειρικού όντος. Ούτε επίσης στη γνώση και στην επιστήμη είναι δυνατό να βρεθεί. Ο Θεός βέβαια υπάρχει και αρχίζει να γίνεται γνωστός πριν από το σημείο που φτάνει η διάνοια. Είναι απόλυτα αδύνατο να ερευνήσουμε το πρόσωπο του Θεού, αφού και το ανθρώπινο πρόσωπο, του οποίου έχουμε άμεση και βιωματική πείρα όντας και εμείς οι ίδιοι πρόσωπο, αδυνατούμε κατά βάθος να το συλλάβουμε.Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή «το θείον ούτε σώμα ούτε ασώματον, ούτε ουσία, ούτε τι των νοουμένων ή λεγομένων εστίν... αλλά και νοούμενον άληπτον και λεγόμενον άρρητον διαμένει». Είναι απρόσιτη η έννοια του Θεού σε κάθε εννοιολογικό ορισμό.Παράλληλα όμως προς την αποφατική αναπτύσσεται η καταφατική θεολογία, η οποία εμφανίζει το Θεό όχι μόνο με ονόματα αφαιρετικής σημασίας, αλλά και με ονόματα που έχουν θετικό περιεχόμενο (Άγιος, Αγαθός, Δίκαιος κτλ.). Και τα κατηγορούμενα αυτά που βρίσκονται στην Αγία Γραφή, δεν αποκαλύπτουν την ουσία του Θεού, αλλά στρέφονται «περί την φύσιν» του Θεού. Το όνομα π.χ. Δίκαιος, δεν αποδίδει τη δικαιοσύνη του Θεού σε σχέση με την ουσία του, αλλά με τις ενέργειές του. Εξάλλου άλλη έννοια για τη δικαιοσύνη έχει ο άνθρωπος και άλλη ο Θεός.
Η ύπαρξη του Θεού –η Απολογητική προσκομίζει λογικά επιχειρήματα που την αποδείχνουν– παίρνεται ως δεδομένο το οποίο καταργεί κάθε λογική παραγωγική μέθοδο για το αΐδιο «είναι» του Θεού. Το «υπάρχει» ή «έστι» δεν είναι κατηγορούμενα της ουσίας του, αλλά φανερώσεις των ενεργειών του στη δημιουργία, ανεξάρτητα από κάθε λογική αρχή. Η κάθοδος των ενεργειών του Θεού στον κόσμο, ούτε αίρει την υπερβατικότητά Του, ούτε Τον ταυτίζει προς τον κόσμο, όπως σε αυτή την περίπτωση διδάσκει ο πανθεϊσμός. Οι ενέργειες του Θεού δεν είναι αρετές του Θεού, γιατί ο Θεός βρίσκεται πέρα και από την αρετή και από την τελειότητα. Οι ίδιες στην κάθοδό Του δεν είναι δυνατό να μειώσουν τη δύναμη. Είναι μια σταγόνα σε σχέση προς τον ωκεανό του ενεργητικού δυναμικού Του.
Κτίση εννοούμε τον κόσμο των νοερών και των αισθητών, όπου περιλαμβάνονται η έμψυχη και η άψυχη δημιουργία. Η κτίση ολόκληρη, που δημιουργήθηκε «εκ του μη όντος», οφείλει την ύπαρξη και συντήρησή της στο Θεό και εξαρτάται από Αυτόν. Ο Θεός είναι εκείνος που δίνει υπόσταση και νόημα στα πάντα. Η απάντηση στο ερώτημα, γιατί ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, είναι ότι ο κόσμος έγινε, όχι για να ζήσει ο Θεός τη ζωή της κτίσης, αλλά για να κοινωνήσουν τα λογικά όντα την αγάπη του Θεού. Μέτρο σύγκρισης μεταξύ Θεού και κτίσης δεν υπάρχει, γιατί η ετερότητα του Θεού είναι απόλυτη. Το «Εν» της φιλοσοφίας ως ακίνητο και απρόσωπο είναι δυνατό να γίνει αντικείμενο μελέτης, όχι όμως ο Θεός «ο επέκεινα πάντων». Η μετάδοση της θείας χάρης και η ένωση με όσους τον επιζητούν είναι ο σκοπός της παρουσίας του Θεού στον κόσμο. Όμως για να ενωθεί και να κατανοηθεί ο Θεός εμφανίζεται όχι ως υπερούσια μεγαλειότητα, αλλά ως υπερούσια σμικρότητα. Η αποκάλυψη, η κατανόηση και η ένωση του Θεού με τον άνθρωπο γίνεται με τον Ιησού Χριστό. Ο Χριστός είναι εκείνος που αποκαλύπτει το Θεό και πατέρα Του στον κόσμο. Κατά τους λόγους αυτούς του Χριστού ο Θεός είναι τρισυπόστατος, ενώ παραμένει ομοούσιος.

Διογένης Κάποτε είδε μία γυναίκα σκυμένη προσευχομένη καί τής είπε, καλά δέν φοβάσαι μήπως ευρεθής είς άσεμνον θέσιν, εάν υπάρχη κάποιος θεός πίσω σου, αφού οί θεοί βρίσκονται παντού.
Πρωταγόρας : « ερωτηθής εάν υπάρχει Θεός είπε δέν ξέρω άν υπάρχει ή άν δέν υπάρχει, σκοτεινό τό ζήτημα καί σύντομη ή ζωή τού ανθρώπου. Μέτρο όλων ό άνθρωπος τών όντων καί τών ούκ όντων».
Δημόκρητος : « ό Δημόκρητος πολλά έργα περί φυσικής, αστρονομίας καί χημείας έγραψε, αλλά γιά τόν Μέγα διάκοσμο βραβείο λέγεται 500 τάλαντα έλαβε καί Ανδριάντες του σέ όλα τά Άβδηρα ετοποθέτησαν. Ό Δημόκρητος κατέληξε πώς τίποτα έκ τού μή όντος καί τίποτα είς τό μή όν καί δίνης αιτίας ούσης γενέσεως πάντων. Ό Δημόκρητος διατύπωσε τά περί αφθαρσίας τής ύλης καί ενεργείας. Θεωρία πού κατόπιν επήρε ό Lavoisier ό οποίος εκαρατομήθη κατά τήν Γαλλική επανάσταση.».

Ή ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΦΥΣΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ, ΚΑΠΟΙΟΥ ΘΕΟΥ, ΘΑ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΚΩΤΕΡΟ ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΟ ΝΟΜΟ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΤΟΥ LAVOISIER

Τόν lavoisier τόν καταδίκασε ό Πάπας γιά τόν νόμο αυτό , ώς τήν βαρύτερη βλασφημία εναντίον τής βίβλου. Επίσης ή εκκλησία δέν μάς λέγει, αφού είναι εναντίον τής εξελίξεως τού Ηρακλείτου,τού Αριστοτέλους καί τού Δαρβίνου, τί συμβαίνει μέ τά παραδείγματα από τό ζωικό βασίλειο καί τόν άνθρωπο, τού Νόμου Λαμάρκ περί μεταβιβάσεως τών επίκτητων ψυχικών καί πολιτιστικών ιδιοτήτων. Ή φιλοσοφική ερμηνεία τού Ηρακλείτειου λόγου διά μέσου τών αιώνων, αποτελεί τό τέλειο συμπύκνωμα τής πρό-Σωκρατικής φιλοσοφικής σκέψεως τών Ιώνων φιλοσόφων, πού ήτο οί ερμηνευταί καί ή γενεσιουργός δύναμις, ή ουσία τής ειμαρμένης ή οποία διατρέχει τόν συμπαντικό χώρο, τό σπέρμα τής δημιουργίας καί τήν ικανότητα τού ανθρώπου γιά τήν κατανόηση τών νόμων πού διέπουν τήν λειτουργία τής φύσεως (Ηράκλειτος απ.1 2 30, τ8ος).
«....έν αρχή ήν ό λόγος (λέγει ό Ιωάννης Α΄1-3) καί ό λόγος ήν πρός τόν Θεόν
καί Θεός ήν ό λόγος ... καί διαυτού τά πάντα εγένετο...»
Ή Αιτία τού Αριστοτέλη δέν μπορεί νά εξαφανισθή όσο καί άν κλέψουν καί άν παραχαράξουν οί Θρησκείες. Ό Θεός μπορεί νά είναι ότι θέλει καί λόγος καί άνδρας καί μάγος καί άγγελος κτλ, αλλά ό λόγος δέν είναι Θεός. Ό λόγος είναι Αιτία. Οί πιό αγράμματοι Έλληνες από τήν Κρήτη έως τόν Έβρο, λέγουν : «Γιά ποιόν λόγο κλαίς ;» καί φυσικά εννούν γιά ποιά Αιτία κλαίς, κύριοι κλέφτες καί απατεώνες παπάδες. Ό καθηγητής τής Οξφόρδης Rich Dawkins λέγει : «....ή ψευδαίσθηση τού Θεϊκού σχεδιασμού δημιουργείται κυρίως από τήν βαθμιαία άθροιση μικρών βελτιώσεων, πού φθάνουν σέ επίπεδα πολυπλοκότητας καί κομψότητας...αυτός είναι ό λόγος γιά τόν οποίον ή εξέλιξη μπορεί μέ τόσο έξοχο τρόπο νά εξηγήση τήν ζωή , ενώ ούτε ή τύχη ούτε ό Θεϊκός σχεδιασμός μπορούν νά κάνουν κάτι τέτοιο». Σέ αυτήν τήν λεπτομέρεια έγκειται ή σπουδαία προσφορά τού Dawkins στήν περαιτέρω τελειοποίηση τής θεωρίας τής εξελίξεως, ή οποία απορρίπτει τήν τυχαία επιλογή τών γονιδίων στήν προσαρμογή τού ανθρώπου σέ ένα μεταβαλλόμενο καί εχθρικό ενίοτε περιβάλλον. Διαφυλάττεται έτσι ή αρχή τής αναγκαιότητας (Necessity) στήν φύση ώς απόρροια τών αδήριτων φυσικών νόμων.

Ο Richard Dawkins, κορυφαίος εξελικτικός βιολόγος και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, έχει καταστεί διεθνώς γνωστός ως μαχητικός υπερασπιστής ενός αθεϊστικού ανθρωπισμού, ασυμβίβαστου με κάθε θρησκευτική πίστη. Αγωνίζεται εναντίον όλων των σύγχρονων φονταμενταλισμών, ιδιαίτερα της χριστιανικής ποικιλίας που προβάλλει τον «δημιουργισμό» ή το «ευφυές σχέδιο» ως δήθεν εναλλακτική άποψη απέναντι στη δαρβινική θεωρία της εξέλιξης. Το βιβλίο του «The God Delusion», μπεστ σέλερ αφότου κυκλοφόρησε στην Αγγλία και στις ΗΠΑ (φθινόπωρο του 2006), έχει ξεσηκώσει θύελλα συζητήσεων και αρθρογραφίας, όπως καταγράφεται στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο - και φυσικά στο Διαδίκτυο. Το φαινόμενο προβλέπεται ότι θα συνεχιστεί και στην υπόλοιπη Ευρώπη, καθώς η μετάφραση του βιβλίου άρχισε ήδη να κάνει την εμφάνισή της ανά τον κόσμο (ήδη κυκλοφόρησε στα ολλανδικά, ενώ η γερμανική έκδοση έχει αναγγελθεί για τον εφετινό Σεπτέμβριο).Τό 2007 εβρέθη επίσης ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΣΧΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΠΙΣΤΗ.Το ΖΥΡRΕΧΑ Velotab ανήκει σε μια ομάδα φαρμάκων που ονομάζονται αντιψυχωτικά. Χρησιμοποιείται για την θεραπεία ασθένειας με συμπτώματα όπως το να ακούς, βλέπεις ή αισθάνεσαι πράγματα που δεν υπάρχουν, εσφαλμένες πίστεις, ασυνήθιστη καχυποψία και κοινωνική απόσυρση. Οι ασθενείς με τις παθήσεις αυτές μπορεί επίσης να αισθάνονται κατάθλιψη, άγχος ή ένταση.Το ΖΥΡRΕΧΑ Velotab χρησιμοποιείται γα τη θεραπεία ασθένειας με συμπτώματα όπως έντονο αίσθημα ευφορίας, υπερβολική ενέργεια. Σημαντικά ελαττωμένη ανάγκη για ύπνο, ομιλία με γρήγορο ρυθμό και αλλαγή θέματος, και μερικές φορές σοβαρή ευερεθιστότητα. Επίσης,είναι ένας σταθεροποιητικός παράγοντας της διάθεσης, που προφυλάσσει από μελλοντικές υποτροπές της διαταραχής που χαρακτηρίζονται είτε από υπερβολική ευφορία είτε από καταθλιπτική διάθεση.
Είναι φανερό πώς πρέπει νά αποκτήσουμε επιστημονική γνώση τών πρωταρχικών αιτιών. Οί αιτίες είναι τέσσερις : ή μορφή Material cause, ή ύλη Formal cause, ή δρώσα δύναμις Efficient cause καί ό σκοπός Final cause(Αριστοτέλης, Μετά τά φυσικά, Α20.3). Αυτήν τήν φυσική νομοτέλεια οί Θρησκείες προσπαθούν νά αλλάξουν, αντικαθιστώντας τά μέτρα αυτά μέ τήν υπερβαντική απροσδιοριστία. Ή θεωρία τής εξελίξεως είναι καί ή σύγχρονη κοσμολογία καθορίζουν ότι ή γή καί οί πλανήτες προήλθαν έκ τών πυρακτωμένων νεφελωμάτων τά οποία αποτελούσαν τήν έν δυνάμει αόρατη κυματοειδή ενέργεια ή οποία μετετρέπη κατά τήν Αριστοτελική ενδελέχεια σέ υλική μάζα τής γής καί τών πλανητών. Ή περαιτέρω εξέλιξη τής άβιας ύλης γής σύμφωνα μέ τούς φυσικούς νόμους τής αυτοοργανώσεως μετετράπη σέ έμβια καί εξελίχθη στό φυτικό, ζωικό καί τελικά στό βασίλειο τού homo sapiens.

No comments:

Post a Comment