Friday, June 19, 2009

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ , 'Ητοι Λόγος περί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ II

'Εσείς ένομοθετήσετε τήν έξομολόγησιν, διά νά παρηγορήτε τούς λυπημένους καί βασανισμένους, διά νά νουθετήτε τούς χρείαν έχοντας καί άμαθείς, αύτοί δέ τήν ένεργούσι διά μόνην περιέργειαν είς τό νά μάθωσιν τά ξένα πράγματα, καί έπειτα νά τά κοινολογούσι, όχι μόνον όταν τούς ώφελή, άλλά όταν δέν τούς βλάπτη
(1). 'Εσείς έκηρύξατε τήν όμόνοιαν, τήν άδελφότητα, τήν όμοιότητα καί τήν έλευθερίαν, αύτοί δέ διδάσκουσι μέ τά παραδείγματά των τούναντίον. 1. Δέν είναι κρυφόν, άλλ' όλοι τό ήξεύρουν, ότι είς τά 'Ιωάν-νινα οί πνευματικοί άναφέρουσι κάθε ύπόθεσιν, όπού άκούουσιν άπό τούς χριστιανούς είς τόν άρχιερέα, καί αύτός εύθύς κάμνει ένα κατάλογον μέ προσθήκην καί τόν προσφέρει τού τυράννου, είς τρόπον όπού ή έξομολόγησις, τήν σήμερον, είναι έν μέσον προδοσίας. 'Εσείς, τέλος πάντων, είχετε τήν άρετήν διά όδηγόν, αύτοί έχουσι τά χρήματα. Τί ήθελεν είπεί, στοχάζεσθε, ώ 'Ελληνες, ό Λόγος τής Σοφίας, ό ήδύτατος Χριστός, είς αύτούς τούς ύπηρέτας του; 'Ω ! ή άπόφασίς του είναι φανερά, καί άμποτες οί ταλαίπωροι νά διορθωθούν όπωσούν, διά νά άποφύγουν τήν άφευκτον ποινήν τών πλημμελημάτων των. Ποίος δέν βλέπει, ώ 'Ελληνες, τόν άφανισμόν, όπού είς τήν 'Ελλάδα προξενεί τήν σήμερον τό ίερατείον; 'Εκατόν χιλιάδες, καί ίσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι (1) ζώσιν άργοί καί τρέφονται άπό τούς ίδρωτας τών ταλαιπώρων καί πτωχών 'Ελλήνων. Τόσαι έκατοντάδες μοναστήρια, όπού πανταχόθεν εύρίσκονται, είναι τόσαι πληγαί είς τήν πατρίδα, έπειδή, χωρίς νά τήν ώφελήσουν είς τό παραμικρόν, τρώγοσι τούς καρπούς της καί φυλάττουσι τούς λύκους, διά νά άρπάζουν καί ξεσχίζουν τά άθώα καί ίλαρά πρόβατα τής ποίμνης τού Χριστού (2). 'Ιδού, ώ 'Ελληνες, άγαπητοί μου άδελφοί, ή σημερινή άθλία καί φοβερά κατάστασις τού έλληνικού ίερατείου, καί ή πρώτη αίτία όπού άργοπορεί τήν έλευθέρωσιν τής 'Ελλάδος. Αύτοί οί άμαθέστατοι, άφού άκούσουν έλευθερίαν, τούς φαίνεται μία άθανάσιμος άμαρτία. Τί λοιπόν διδάσκουσι τόν άπλούστατον λαόν;1. Οί τοιούτοι, όντες έλεύθεροι άπό κάθε στοχασμόν καί φροντίδα, χαίρονται άκραν ύγιείαν καί τρώγοσι διά έκατόν πενήντα χιλιάδας. 2. 'Οποιος ήθελε νά συνθέση ένα κώδικα είς τά έγκλήματα, καί ήθελε νά μήν παραιτήση κανένα άμάρτημα άνθρώπινον, άς ήθελεν ύπάγει είς τό 'Αγιον 'Ορος, καί άνίσως ήθελε έξετάσει τούς έκεί κατοικούντας, ήθελε κάμει τόν έντελέστερον κώδικα άπ' όσους μέχρι τής σήμερον έφάνησαν οί ίεροκήρυκες έπ' έκκλησίας; Φέρουσιν ίσως τάς παραβολάς τού Εύαγγελίου, διά νά παρακινήσωσιν τούς άκροατάς είς την όμόνοιαν; 'Εξηγούσιν ίσως τήν πρώτην καί μεγάλην έντολήν τού «'Αγάπα τόν πλησίον σου, ώς έαυτόν»; Λέγουσιν ίσως ποτέ, ποίος είναι ό πλησίον καί ποίος ό ξένος; 'Αναφέρουσι ποτέ τό ρητόν «Μάχου ύπέρ πίστεως καί πατρίδος»; 'Εξηγούσι ποτέ τί έστί πατρίς; Λέγουσι πώς καί πότε καί ποίοι πρώτον πρέπει νά τήν βοηθήσουν; Φέρουσι ποτέ τά παραδείγματα τού Θεμιστοκλέους, τού 'Αριστείδους, τού Σωκράτους καί άλλων μυρίων έναρέτων καί σοφών; Μάς είπον ποτέ ποίοι ήτον, καί πόθεν κατάγονται; Μάς άνέφερον ποτέ πώς διοικείται ό κόσμος καί όποία είναι ή καλλιτέρα διοίκησις; Μάς έξήγησαν ποτέ τί έστί άρετή, καί όποία είναι τά μέσα διά νά τήν άποκτηση τινάς, καί πότε λάμπει ή άρετ©; Καί ποίος νά μάς τά είπή, άν δέν τά λέγουσιν αύτοί
Φεύ! βαβαί τής άθλιότητός μας! Οί ίεροκήρυκες άρχινούν άπό τήν έλεημοσύνην καί τελειώνουν είς τήν νηστείαν (1). Πώς θέλεις λοιπόν νά έξυπνήσουν οί 'Ελληνες άπό τήν όμίχλην τής τυραννίας; Οί ίεροκήρυκες, οί όποίοι ήτον είς χρέος νά τούς άποδείξωσι τήν άλήθειαν, δέν τό κάμνουσι. 'Αλλά τί άποκρίνονται αύτοί οί φιλόζωοι καί αύτόματοι ψευδοκήρυκες: «'Ο Θεός, άδελφοί, μάς έδωσεν τήν τυραννίαν έξ άμαρτιών μας, καί πρέπει, άδελφοί, νά τήν ύποφέρωμεν μέ καλήν καρδίαν καί χωρίς γογγυσμόν, καί νά εύχαριστηθώμεν είς ό,τι κάμνει ό Θεός». Καί ύστερα άπό τέτοια ξυλολογήματα λέγουσι καί τό ρητόν «όν άγαπά Κύριος, παιδεύει». 1. 'Αλλο δέν λέγουσι, ή άλλο δέν ήξεύροσι νά είπωσι, παρά νά μήν φάγη ό λαός λάδι τάς Τετράδας καί νά δώση χρήματα τών καλογήρων. 'Ω άνθρωποι, όντως βάρβαροι, χυδαίοι καί έχθροί φανεροί τής πατρίδος μας καί τού ίδίου Χριστού, πώς έννοείτε έτζι άνάποδα αύτό τό ρητόν, καί κάμνετε μέ τήν άμάθειάν σας καί τινάς νά βλασφημώσι; Δέν καταλαμβάνετε, άνόητοι, ότι τό «παιδεύω», είς τήν έλληνική γλώσσαν έννοεί ποτέ μέν τό «διδάσκω», ποτέ δέ τό «τιμωρώ», καί ότι είς αύτό τό ρητόν έξ άνάγκης πρέπει νά έννοή τό «διδάσκω»; Καί ούτως ό πατήρ, έπειδή άγαπά τόν υίόν του, τόν διδάσκει, ήτοι τόν παιδεύει. 'Αλλ' άς τό έξηγήσωμεν κατά τό λεξικόν τής άμαθείας, καί νά είπώμεν, ότι τιμωρεί ένας όποιον άγαπά. 'Αλλά, διατί τόν τιμωρεί; Βέβαια, διά νά τόν διορθώση άπό τά σφάλματά του καί νά τόν καταστήση χρηστοηθή καί ένάρετον. Πώς λοιπόν μπορεί νά νομισθή παιδεία πρός τό καλόν ή τυραννία, ή όποία, ώς άνωτέρω άπεδείχθη, είναι έχθρά πάσης άρετής καί πρόξενος πάσης κακίας; Πώς, χυδαίοι, δέν τό βλέπετε, μόνον έκφωνείτε ό,τι σάς έλθη είς τήν ένθύμησιν, χωρίς νά στοχασθήτε, ότι είς τοιαύτας ύποθέσεις ή παραμικρά κακοεξήγησις φέρει άνεκδιήγητα καί πολυάριθμα κακά είς τούς άκροατάς; 'Ισως όμως τό λέγετε πρός παρηγορίαν; 'Ω, κακόν χρόνον νά έχητε καί έσείς καί ή παρηγορία σας! Αύτή είναι χειροτέρα άπό τήν ίδίαν αίτίαν τής θλίψεως, καί είς άλλο δέν χρησιμεύει, παρά είς τό νά καταστή τούς 'Ελληνας πάντοτε άξίους παρηγορίας. 'Εσείς φωνάζετε μέ άκραν ήσυχίαν καί λέγετε: «'Αγαπητοί, ό Θεός μάς έδωσεν τήν όθωμανικήν τυραννίαν, διά νά μάς τιμωρήση διά τά άμαρτηματά μας, καί παιδεύοντάς μας είς τήν παρούσαν ζωήν, νά μάς έλευθερώση μετά θάνατον άπό τήν αίώνιον κόλασιν». 'Ω έχθροί τής άληθείας, τουτέστι τού 'Ιησού Χριστού! Δέν βλέπετε, όπού, μέ αύτήν τήν κακήν σας καί άτοπον παρηγορίαν, ύποχρεώνετε τούς 'Ελληνας, άντίς νά μισήσουν τήν τυραννίαν καί νά προσπαθήσουν νά έλευθερωθούν, έξ έναντίας νά τήν άγαπώσι, καί μάλιστα, νά νομίζωνται εύτυχείς, πιστεύοντες άπό άπλότητά των, ότι παιδεύονται είς τήν παρούσαν ζωήν, διά νά άποκτήσουν τόν παράδεισο; Ποίος 'Εσκαριώτης σάς έβαλεν είς τόν νούν, νά προφέρητε τοιαύτην παρηγορίαν, όταν δέν ήξεύρετε νά τήν έξηγήσητε, ώ άναίσχυντοι; Τά άμαρτήματα, ίσως, παιδεύονται μέ άλλα άμαρτήματα, ώ άφρονες; Δέν στοχάζεσθε, πόσον άτιμείτε καί τόν έαυτόν σας καί τήν 'Εκκλησίαν μέ τούς παραλογισμούς σας;
'Οτι ή τυραννία είναι μισητή καί άπό τόν θεόν καί άπό τούς άνθρώπους καί ότι είναι κακόν, ποίος δέν τό ήξεύρει; Πώς έσείς λοιπόν τήν παρασταίνετε σχεδόν σχεδόν, ώς ένα καλόν είς τούς 'Ελληνας; Ποίος φίλος παρηγορεί τόν φίλον του διά τόν θάνατον τού πατρός του, πρίν άπεθάνη; Καί έσείς, όπού όνομάζεσθε ύπερασπισταί καί φίλοι τής άνθρωπότητος, παρηγορείτε τούς 'Ελληνες, ώσάν νά είχαν χάσει τήν πατρίδα των, καί τούς νομίζετε ώσάν τούς 'Εβραίους; Τί άλλο λέ-ουσιν οί φίλοι ένός υίού, όπού έχει τόν πατέρα του άρρωστον, είμή ότι νά έλπίζη, νά κράξη ίατρούς, καί νά προσπαθήση νά τόν ίατρεύση; Διατί καί έσείς δέν λέγετε τά ίδια πρός τούς 'Ελληνας διά τήν άσθενή πατρίδα των, άλλά συμβουλεύετε όλον τό έναντίον άπ' ό,τι τό εύαγγέλιον παραγγέλλει; 'Εσείς ούχί, ούχί! δέν είσθε ποιμένες, ούτε όδηγοί τού φωτός, άλλά λύκοι, καί ή καθέδρα τού σκότους είσθε, ώ ψεύσται καί ύποκριταί. 'Εως πότε ή άμάθεια θέλει καλύπτει τήν μιαράν σας ψυχήν μέ τό ένδυμα τής ύποκρισίας; Φεύ! 'Ισως τινάς άπό αύτούς πάλιν άποκριθή, ότι «πώς νά κηρύξωμεν έπ' άμβωνος τά τοιαύτα; Δέν δυνάμεθα, φοβούμεθα». 'Ε! δούλε άπιστε τής έκκλησίας, δέν άπαρνήθης ίσως έσύ τόν κόσμον, όταν ένδύθης τό φόρεμα τής ίερωσύνης; Δέν έταξες ίσως έσύ, ψεύστα καί πλάνε, νά θυσιάσης τήν ψυχήν σου διά τήν σωτηρίαν τών προβάτων σου; 'Αλλά έγώ δέν ζητώ τόσον άπό τήν δειλήν σου ψυχήν! Καί έπειδή έσύ δέν τολμείς έπ' άμβωνος νά λαλήσης τήν άλήθειαν, καθώς προφασίζεσαι, είπέ την κάν κατά μόνας τών τόσων καί τόσων, όπού έξομολογείς, δίδαξέ τους τό άνθρώπινον είναι, δίδαξέ τους τήν άληθή πίστιν τών χριστιανών, μάθε τους όποίων είναι άπόγονοι, άπόδειξόν τους πόσων κακών πρόξενος είναι ή τυραννία, καί παύσον μίαν φοράν άπό τήν μονοτονίαν καί ταυτολογίαν. Μήν λέγης πάντοτε καί όλων τά ίδια, πάντοτε νηστείαν καί έλεημοσύνην. Μήν όμοιάζης έκείνους τούς άμαθείς ίατρούς, όπού είς κάθε άρρωστίαν διορίζουν τό ίδιον ίατρικόν. 'Ενθυμήσου μίαν φοράν διά πάντα, ότι ό Χριστός σού παραγγέλλει νά ίατρεύσης τάς ψυχάς τού λαού, άλλά δέν σού διορίζει τά ίδια μέσα διά όλους. Είπέ τού πλησίου νά δώση έλεημοσύνην, άλλ' είπέ καί τού πτωχού, ότι ή πτωχεία δέν είναι άτιμία. Μήν ούτιδανώνετε τάς άπλάς ψυχάς τών γλυκυτάτων μου 'Ελλήνων μέ τάς μωρολογίας σας. Καί έπειδή ή κακή μας τύχη σάς έπολλαπλασίασε, καί είσθε καί τόσον άμαθείς, προσπαθήσετε κάν νά μήν βλάπτετε, άν δέν δύνεσθε νά ώφελήτε, τούς ταλαιπώρους χριστιανούς. Παύσατε, τέλος πάντων, άπό τήν λύσσαν τής φιλαργυρίας, διά νά άξιωθήτε τής αίωνίου μακαριότητος τούναντίον δέ, τό ίδιον Εύαγγέλιον καί όλοι οί Πατέρες σάς προμηνύουν τήν αίώνιον κόλασιν, καί άλλοίμονον είς έσάς, καί είς τόσους όπού έξ αίτίας σας τιμωρούνται είς τήν γήν. 'Αλλ' ίσως όχι άργά, θέλει σάς δώσουν αύτοί οί ίδιοι τόν άρραβώνα τής μελλούσης σας κολάσεως, μέ τήν έκδίκησιν όπού έναντίον σας θέλει κάμωσι μόνοι των. 'Ω άδελφοί μου 'Ελληνες, ίσως δέν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν έχουσι τά λόγια τών καλογήρων καί τών πνευματικών είς τάς ψυχάς τών άπλουστάτων άκροατών. Πόσον όγληγορώτερα ήθέλαμεν έλευθερωθή άπό τόν όθωμανικόν ζυγόν, άν οί πνευματικοί δέν ήτον άμαθείς, καθώς είναι, καί άν έδίδασκον είς τήν έξομολόγησιν μέ γλυκά λόγια τήν άλήθειαν καί τήν άρετήν, τήν έλευθερίαν καί τήν όμόνοιαν, καί όλα τά μέσα τής άνθρωπίνης εύτυχίας. 'Αλλά πώς νά φωτίσουν οί έσκοτισμένοι καί νά διδάξουν οί άμαθείς; σΑς σιωπήσουν τό λοιπόν, άν δέν ήξεύρουν τί νά είπούν. Καί έσείς, ώ έπίσκοποι καί άρχιεπίσκοποι, παύσατε, διά όνομα τού θεού, παύσατε πλέον άπό τό νά χειροτονήσετε ίερείς, καί μή, φοβούμενοι νά πτωχύνη ή έκκλησία τού Χριστού άπό ύπηρέτας, τήν γεμίζετε άπό άναξιωτάτους σκλάβους. Παύσατε άπό τό νά άρπάζητε πλέον, διότι όσα έχετε σάς φθάνουν νά ζήσητε ώς ό Χριστός άγαπά. Μαλιστα δέ σύ, ώ πατριάρχα, όπού ώς κεφαλή τής έκκλησίας σέβεσαι παρά πάντων καί τιμάσαι, προσπάθησον νά διορθώσης τά κακά, όπού έπροξένησεν ή άμέλειά σου. 'Εκλεξον άρχιερείς τούς σοφούς καί έναρέτους, καταδάφισον όλα τά μοναστήρια, διά νά όλιγοστεύσης τά βάρη τού λαού, διόρθωσον μερικάς συνηθείας τής θρησκείας, όπού τήν σήμερον φανερώς βλάπτουσι κατά πολλά τούς χριστιανούς (1). 'Υπο 1. 'Αναγκαίον ήτον νά όλιγοστεύση ό πατριάρχης τό πλήθος χρέωσε όλους τούς καλογήρους, νά ύπάγουν νά σπουδάξουν είς τά σχολεία καί νά μεταχειρισθούν έκείνον τόν καιρόν, όπού έξοδεύουσι είς τό νά περιφέρωνται άπό όσπίτιον είς όσπίτιον, είς τήν μελέτην τών σοφών τής έκκλησίας καί είς τόν όρθόν λόγον. Πρόσταξε νά μένουν τά λείψανα τών άγίων είς τάς έκκλησίας καί νά μήν άποκαταστώνται είδος έμπορίου. 'Εμπόδισε τά θαύματα, διά νά έξαλείψης τήν δεισιδαιμονίαν (1). Μήν στοχάζεσαι νά φανής άνευλαβής είς τόν Θεόν διά τούτο, έπειδή ή μεγαλειότης Του είναι άκρα καί άκατάληπτος' ή κτίσις τού Παντός είναι άρκετή νά άποδείξη κάθε άνθρώπου τήν παντοδυναμίαν Του, χωρίς νά έχη χρείαν τών έορτών καί τών νηστειών, έπειδή αί μέν έορταί έμποδίζουσι τό κέρδος μέ τήν άργίαν είς τόν λαόν, καί αί νηστείαι τού άφανίζουν τήν ύγιείαν. 'Οθεν, τάς μεγάλας έορτάς ήμπορούσε νά τάς διορίση είς όλας τάς Κυριακάς καί είς τάς άλλας έορτάς νά δώση τήν άδειαν νά δουλεύουν, διά δέ τάς σαρακοστάς, νά τάς σμικρύνη, καί τάς περισσοτέρας νά τάς άποβάλη. Καί τότε ό πτωχός ζή μέ όλιγότερα έξοδα, καί τρέφεται καλλιότερα. Βέβαια δέ ό έντελής οίκονόμος τού Παντός δέν θέλει τιμωρήσει τούς χριστιανούς, διά νά έπροσπάθησον τό καλόν τους είς δόξαν του. 1. Πόσον, τή άληθεία, ή άμάθεια κατασταίνει τούς άνθρώπους μωρούς. Οί καλόγηροι νομίζουν μέ τά θαύματα νά κάμνουν τιμήν τού Θεού, καί δέν βλέπουν τήν άκραν άτιμίαν, όπού κάμνουσι καί είς τόν έαυτόν τους καί είς τήν θρησκείαν. Θαύμα όνομάζουσιν, όταν φαίνεται νά άκολουθή έν πράγμα, όπού κατά φυσικόν τρόπον δέν ήμπορούσε νά άκολουθήση. Λοιπόν, άν αύτό άκολουθή, είναι φανερόν ότι ό Θεός ξεκάμνει έκείνο όπού έκαμε, καί τό κάμνει διαφορετικόν' όθεν, ή έμετανόησεν ότι τό έκαμεν, ή τό έκαμεν έπί τούτου κακόν, διά νά τό κάμη έπειτα καλλιότερον. 'Αλλά καί κατά τούς δύο τρόπους είναι άπαίσιος ό στοχασμός. Κατά μέν τόν πρώτον, έπειδή ό Θεός προβλέπει τό μέλλον, καί ή μετάνοια δέν συμφωνεί μέ τήν άκραν σοφίαν καί άλάνθαστον έννοιάν του. Κατά δέ τόν δεύτερον, δέν είναι δυνατόν, έπειδή Θεός όσα έκαμεν, τά έκαμεν καλά. άπό τά ψευδολογήματα τών καλογήρων (1) 'Η, τέλος πάντων, άν παντάπασιν δέν ήμπορέσης νά τά έξαλείψης, σμίκρυνε κάν τόν άριθμόν των καί τήν άναίσχυντον καί βάρβαρον κατάχρησιν, όπού οί καλόγηροι τών μοναστηρίων έκαμαν (2). 'Εβγαλε άπό τήν ύπηρεσίαν τής έκκλησίας τάς γυναίκας, ήτοι τάς καλογραίας, διά νά όλιγοστεύσουν τά άμαρτήματα τών καλογήρων (3). Καί κάμε, τέλος πάντων, μίαν φοράν τό χρέος σου, διά νά φανής πιστός δούλος καί έπίτροπος άληθής τού Χριστού. Τότε τό ίερατείον, όπού σήμερον ό φιλόσοφος καί ένάρετος κατηγορεί καί άποστρέφεται, θέλει σέβεται καί έπαινείται. 1. 'Ισως ό άναγνώστης, άν είναι κανένας καλόγηρος, όπού νά έχη καμμίαν όκά κόκκαλα, μέ άναθεματίσει, καί μέ νομίσει ότι δέν πιστεύω είς τήν παντοδυναμίαν τού Θεού, άλλ' ό καρδιογνώστης Θεός μου γνωρίζει καλότατα ποίος άπό τούς δύο μας πιστεύει καλλιότερα, αύτός όπού άπατά τόν κόσμον, ή έγώ όπού ξεσκεπάζω τό ψεύδος. 2. 'Οταν κανένας άρρωστος ίατρευθή, ό καλόγηρος τό κράζει θαύμα τού άγίου του. 'Οταν γεννήση καμμία γυναίκα, καί τούτο θαύμα τό όνομάζει. 'Οταν κατέβη τινάς τήν σκάλαν καί δέν τζακίση τόν λαιμόν του καί αύτό θαύμα τό κράζουσι. 'Αλλά ποίος άπεθαίνει χωρίς νά έχη δύο τρείς κασέλας λείψανα όλόγυρά του; Ποία γεννά ή άπεθαίνει χωρίς νά έχη τόσας είκόνας τριγύρω της; Αύτοί οί άναίσχυντοι έφθασαν νά όνομάσουν θαύμα τό νά παίρνη ένας άμαθής καί ένθουσιασμένος άπό τήν δεισιδαιμονίαν είς τά πανηγύρια τήν είκόνα τού 'Αγίου είς τάς χείρας του, καί νά τρέχη ένθεν κάκείθεν ώσάν τρελλός. 3. Μία καλογραιοπούλα έκοινοποιούσεν, ότι κάθε βράδυ έπήγαινεν ό άρχάγγελος Γαβριήλ καί έσυνομιλούσε μαζί της. Αί άλλαι γυναίκες, δι' όλίγους μήνας, τήν έδόξαζον ώς άγίαν, άλλ' άφού, μετά έννέα μήνας, έγέννησεν έν άρχαγγελόπουλον, τότε αί άλλαι γυναίκες τήν έμίσησαν, αύτή δέ ένομίζετο πάντοτε άγία άπό άπλότητά της, καί ό σοφός έκλαιε διά τήν βαρβαρότητα τής άνθρωπότητος. Τότε, θέλει άποκατασταθή ή εύτυχία καί ή παρηγορία τών πιστών, όχι δέ ή μάστιξ καί ή λύπη. Καί τότε τέλος πάντων - όπού είναι τό άναγκαιότερον - ή τυραννία θέλει άδυνατίσει, καί πολλά εύκολώτερα θέλει λάμψει είς τήν 'Ελλάδα τό εύαγές άστρον τής έλευθερίας. Ναί, πατριάρχα, άρχιεπίσκοποι, έπίσκοποι, πνευματικοί καί άπαξάπαντες 'Ελληνες άγαπητοί μου, όπού τό ένδυμα τής ίερωσύνης φέρετε, μήν άδημονήσετε άπό τούς λόγους μου, όπού ή άλήθεια καί ή πατριωτική άγάπη μου μοί ύπαγόρευσεν. Συγχωρήσατέ με πρός τούτοις, άν ούτως σάς φανή εύλογον, διά τήν τόλμην καί θάρρος, μέ τό όποίον σάς ώμίλησα, καί κάμετε μέ τό παράδειγμά σας, νά σιωπήση είς τό έξής κάθε χριστιανός άπό τό νά σάς συμβουλεύη. Μήν καταδέχεσθε πλέον νά σάς κράζουν προδότας καί λαοπλάνους. 'Εγκαλιασθήτε τήν άρετήν. Τιμήσετε τούς τόσους καί τόσους έναρέτους ίερείς, όπού ή πολυτέλεια τών θρόνων σας άπεδίωξεν είς τάς έρημίας. Καλέσετε τήν άξιότητα είς τήν διοίκησιν, καί, έν ένί λόγω, είσθε είς τό έξής έκείνο όπού τάζετε νά είσθε. 'Εσείς δέ, ώ ένάρετοι καί σεβάσμιοι άνδρες, άν καί άναγνώσετε ποτέ τούτον μου τόν λόγον, παρακαλώ σας θερμώς, νά μήν ύποψιάσητε είς έμένα ούτε άνευλάβειαν, ούτε κακοήθειαν. 'Ο ζήλος τής πατρίδος μου, ό έρως τής έλευθερίας, καί ή έλεεινή σημερινή κατάστασις τών 'Ελλήνων τόν έγραψαν διά μέσον μου. 'Εγώ, βέβαια, άν δέν έγνώριζα καί έμμέσως καί άμέσως πολλούς έναρέτους σοφούς ίερείς καί άληθείς άποστόλους τού Χριστού, δέν ήθελα άρχίσει ποτέ νά γράψω. 'Εγραψα, διότι έλπίζω τό περισσότερον άπό έσάς. 'Εγραψα, έπειδή όλος μου ό σκοπός είναι πρός τό καλόν τής 'Ελλάδος, ή όποία, άγκαλά καί βεβυθισμένη είς τόσα κακά, φυλάττει όμως πάντοτε πολυτίμους θησαυρούς είς τόν κόλπον της, καί έσείς είσθε έκείνοι. Ναί, σεβάσμιοι πατέρες, μήν άπελπισθήτε διά τήν σωτηρίαν τής 'Ελλάδος. Μήν σάς τρομάξη τό μέσον. 'Ο καιρός ήγγικεν, καί ή 'Ελλάς ζητεί άπό τό ίερατείον τήν άρχήν τής έλευθερώσεώς της. Προετοιμάσατε τάς ψυχάς τών χριστιανών είς τό νά άναστηθώσι άπό τόν βόρβορον τής δουλείας, διά νά δοξασθήτε καί έν τή 'Ελλάδι καί έν τώ ούρανώ. Μήν νομίσετε, πρός τούτοις, ώς τέλος, άλλ' ώς άρχήν τού σκοπού μου τό παρόν βιβλιάριον.
'Εσείς δέ, ώ εύλαβέστατοι ίερείς, όπού καί τό πολύτιμον φόρεμα τής διδασκαλίας έχετε, καί είς τά σχολεία τούς νέους διδάσκετε, μήν άμελήσητε καί διά φωνής, καί διά γραμμάτων, άπό τό νά άνοίξητε τούς όφθαλμούς τών 'Ελλήνων. 'Εσείς έχετε διά τοιούτον τέλος τά άναγκαιότερα μέσα, τήν άρετήν λέγω καί τήν σοφίαν. Γράψατε καί πλατύτερα καί σαφέστερα τήν άλήθειαν άπ' ό,τι έγώ έκαμα, καί μήν άμφιβάλλετε, ότι έντός όλίγου ή πατρίς μας θέλει δοξάσει τά όνόματά σας, καί οί 'Ελληνες δέν θέλει φανώσιν άγνώμονες είς τάς χάριτάς σας. 'Ακροασθήτε τάς συμβουλάς τού νέου 'Ιπποκράτους, τού έναρέτου φιλοσόφου 'Ελληνος, τού έν Παρισίοις,λέγω, κυρίου Κοραή. Μιμηθήτε τόν άξιάγαστον καί άληθή ίερέα καί όπαδόν τού Χριστού, τόν έν Κερκύρα, λέγω, κύρ Παπ' 'Ανδρέα. 'Εκριζώσατε τήν δεισιδαιμονίαν καί τήν άμάθειαν μαζί, καί θυσιάσατε, άν ή χρεία τό καλή, κάθε μερικόν σας καλόν διά τό καλόν τής κοινότητος. 'Αλλά, είς τί ό πατριωτικός ένθουσιασμός μου μέ παρακινεί! 'Εγώ νά νουθετήσω τά ύποκείμενά σας; 'Ε, μή γένοιτο! 'Εσείς πολλά καλά γνωρίζετε τό χρέος σας, καί έλπίζω όγλήγορα νά τό βεβαιωθώ έμπράκτως. 'Ιδού λοιπόν, ώ 'Ελληνες, όπού άρκετώς άπεδείχθη, πόσον τό σημερινόν έλληνικόν ίερατείον έμποδίζει καί κρύπτει τήν όδόν τής έλευθερώσεως τών 'Ελλήνων, καί αύτη έστίν ή πρώτη καί μεγαλειτέρα αίτία, όπού μέχρι τής σήμερον εύρισκόμεθα ύπό τής όθωμανικής τυραννίας. Μετ' αύτής δέ άκολουθεί ή δευτέρα αίτία, ή όποία, άν καί δέν κατέχη τόν πρώτον τόπον, δέν είναι όμως όλιγότερον έπιζήμιος είς τήν 'Ελλάδα, καθώς θέλω προσπαθήσει νά άποδείξω. Αύτη δέ είναι, ώς προείπον, ή άπουσία τών άξιωτέρων ύποκειμένων τής 'Ελλάδος. 'Ω, πόσον μού τρέμει ή καρδία είς έτούτην τήν στιγμήν, όπού περί αύτών θέλω όμιλήσει, φοβούμενος μήπως τούς δυσαρέση ή άλήθεια τών λόγων μου, καί δέν καταπεισθώσι. Τώρα, λέγω, όπού πρέπει νά τούς φανερώσω, καθώς έταξα, τό τί πρέπει νά κάμωσιν οί εύεργέται τής 'Ελλάδος, φοβούμαι μήπως δέν είσακουσθώ. 'Ε, άν ήξευρα, όποίον τρόπον νά μεταχειρισθώ, διά νά μήν τούς δυσαρέση ή άλήθεια, ήθελα κάμει κάθε προσπάθησιν νά τόν άποκτήσω. 'Ακούσατε, λοιπόν, όσοι 'Ελληνες εύρίσκεσθε έξω άπό τήν κοινήν πατρίδα μας, καί έσείς οί ίδιοι εύεργέται αύτής, τήν άλήθειαν γυμνήν. Καί μήν προσμενετε άπό τό κονδύλι μου ούτε κολακείας, ούτε ψευδείς έπαίνους. Διά τούτο, παρακαλώ σας, νά μήν άδημονήσητε, άλλά νά καταλάβητε τό χρέος σας καί νά τό έκτελέσητε. 'Ελληνες, έπιστρέψετε εύθύς είς τήν πατρίδα σας. Εύεργέται τής 'Ελλάδος, μισεύσετε παραχρήμα διά τήν πατρίδα σας. 'Ιδού τό χρέος σας, ίδού τό ό,τι πρέπει νά κάμητε, ίδού τό ό,τι σάς έταξα νά σάς είπώ. 'Αφού μέ άκρίβειαν έπαρίθμησα τούς 'Ελληνας, όπού είς τάς διαφόρους πόλεις τής τε Εύρώπης καί 'Ασίας πόρρω τής πατρίδος των εύρίσκονται, καί ύφειλον τό έν τρίτον, διά περισσοτέραν άσφάλειαν τού λογαριασμού, εύρον νά είναι σχεδόν είκοσι χιλιάδες (1). 'Από αύτάς, λοιπόν τάς είκοσι χιλιάδας, άς λάβωμεν τό πέμπτον μέρος, ή, τέλος πάντων, τό δέκατον διά πραγματευτάς πλουσίους άπό χρήματα καί άπό χρηστάς ίδέας. 'Οθεν, ίδού δύο χιλιάδες 'Ελληνες προκομμένοι καί άναμφιβόλως άξιοι νά έπιχειρισθούν κάθε ύπόθεσιν μέ εύτυχές άποτέλεσμα, καί, έν ένί λόγω, τόσοι ύπερασπισταί τής πατρίδος. Αύτοί δέν είναι άμαθείς, αύτοί έφωτίσθησαν μέ τάς άναγκαιοτέρας σπουδάς, καί αύτοί ήμπορούσαν μέ τήν παρουσίαν τους, νά εύκολύνουν τήν έπανόρθωσιν τής πατρίδος μας.
'Εως τήν σήμερον, ίσως, ήμπορούσαν νά δικαιολογηθώσι λέγοντες, ότι «έξενιτεύθημεν, διά νά συνάξωμεν τά φώτα τής μαθήσεως, όπού είς τήν πατρίδα μας δέν εύρίσκαμεν, έξενιτεύθημεν, διά νά κερδίσωμεν καί νά ώφελήσωμεν τό γένος μας». Καλώς ούν μέχρι τής σήμερον έκάματε, άλλά πού τό τέλος τού σκοπού σας; Δέν ήξεύρετε ίσως, ότι τό τέλος άποφασίζει διά καλήν ή κακήν μίαν έπιχείρησιν; Διατί τώρα λοιπόν, όπού άποκτήσατε τά όσα ήθέλατε, δέν έπιστρέφετε είς τήν πατρίδα σας; Διατί, άστοχάστως θαυμάζοντες, λέγετε: «Πώς νά μήν εύρέθη έως τώρα είς τήν 'Ελλάδα έν άξιον ύποκείμενον, διά νά τήν έλευθερώση;» καί ένταυτώ μένετε μακρά άπό αύτήν; 1. Τό Τεργέστιον, ή 'Οδέσσα, ή Νίζνα, καί άλλαι διάφοροι πολεις, είναι σχεδόν κατοικημέναι άπό μόνον 'Ελληνας. Πώς, λοιπόν, νά μήν άγανακτήση ή πατρίς έναντίον σας, καί όποίον έπαινον προσμένετε άπό τούς όμογενείς σας; Στοχάζεσθε, ίσως, καθώς σάς τό προείπον, νά έκτελήτε τό χρέος σας, πέμποντες μερικά περισσεύματα τών πλούτων σας; 'Η πατρίς τά δέχεται, ναί, μέ ίλαρόν όμμα, άλλά μόνον τά δέχεται μέ τό νά έλπίζη νά σάς άπολαύση έσάς τούς ίδίους. 'Αλλεωτρόπως ούχί ώς δώρον θέλει τά νομίσει, άλλ' ώς πληρωμήν κακού έργου. 'Εγώ σάς άπέδειξα άνωτέρω πόσην όλίγην ώφέλειαν, μάλλον δέ ζημίαν, προξενούσι τήν σήμερον είς τήν 'Ελλάδα αί εύεργεσίαι σας. Τί κάμνετε, λοιπόν, καί δέν μισεύετε; τί προσμένετε; Βαβαί τής άπανθρωπότητός σας, όσοι καί όποιοι άν είσθε έσείς, όπού άλησμονήσατε τήν πατρίδα σας! 'Εσείς, ούχί, ούχί, τέκνα τής 'Ελλάδος πλέον μήν όνομάζεσθε, άλλά τέκνα τής κακοηθείας καί άσωτείας σας. Τί στοχάζεσθε, άδελφοί μου 'Ελληνες, διά τούς όμογενείς μας, όπού πόρρω τής 'Ελλάδος εύρίσκονται; 'Ισως πώς σάς συγκλαίουσι; 'Ισως πώς προσπαθούσι νά φωτίσωσι τό γένος μας; Πιστεύετε, ίσως, πώς πραγματεύονται μέ σκοπόν νά θυσιάσωσιν έπειτα τά κέρδη των διά τήν σωτηρίαν τής πατρίδος των; 'Ω, πόσον λανθάνεσθε, άν ούτως νομίζετε! Οί περισσότεροι άπό αύτούς ούτε κάν σάς ένθυμούνται, ούτε κάν έρωτώσι, άν ή 'Ελλάς ύπάρχη πλέον. 'Η πατρίς αύτών είναι καμμία πόρνη, ό στοχασμός των είναι αί τρυφαί, ή δέ συναναστροφή των συνίσταται είς ό,τι άλλο ήμπορείτε νά στοχασθήτε, καί όχι ποτέ διά τήν δυστυχίαν τής πατρίδος.
1. Γνωρίζω μερικούς, όπού σχεδόν - σχεδόν έντρέπονται νά λέγωσιν ότι είναι 'Ελληνες.Καί τόσον δέν τούς μέλει διά τήν πατρίδα μας, ώστε όπού οί περισσότεροι προσπαθούσι μέ κάθε κόπον νά μιμηθώσι τήν κακοήθειαν τών άλλογενών, διά νά μήν γνωρίζωνται ότι είναι 'Ελληνες. Καί άν ήτον τρόπος νά άλλάξουν πατρίδα, ήθελον άγοράσει μίαν ξένην μ' ένα όφθαλμόν τους. 'Ω άληθείς έχθροί καί χειρότεροι άπό τούς ίδίους όθωμανούς τύραννοι τής 'Ελλάδος! 'Ω έντροπή τού γένους μας καί θανατηφόρος πληγή τής πατρίδος! Δέν ήμπορείτε, ώ 'Ελληνες, νά καταλάβητε, όσον πρέπει, τήν ούτιδανότητα τής ψυχής μερικών, μάλιστα τών όσων διά κλοπής καί πολλών χρόνων κολακείας, άπόκτησαν πολλά χρήματα. 'Ω Θεέ μου, πόσα ξυλολογήματα έκφέρουσι παντοτινά άπό τά στόματά των, όντες όντως κόρακες, ένδυμένοι μέ τά πτερά τού παγωνίου. Εύθύς, λοιπόν, όπού κερδίσωσι χρήματα, χωρίς νά άλλάξωσιν ίδέας, πίπτουσι είς τήν λάσπην τής άσωτείας καί κυλίονται μέχρι θανάτου ώς οί χοίροι. 'Η κακοήθεια, όπού κυριεύει τούς άλλογενείς, εύθύς τούς παρασταίνει εύρύχωρον όδόν είς τήν άπώλειάν τους, έν ή μένοσι μέ άκραν άδιαφορίαν τε καί άναισχυντίαν. Πού πατρίς! Πού 'Ελλάς δι' αύτούς! Αύτοί δέν γνωρίζουν, παρά τήν κατοικίαν τής παλλακίδος των, καί τήν 'Ελλάδα ίσως τήν νομίζουσι άνάμεσα είς τά νησία τής 'Ινδίας. 'Αν κανείς άπό αύτούς καταλαμβάνη τήν γλώσσαν τήν άλλογενή, τότε άναγινώσκει μέ εύχαρίστησιν τά δράματα τού θεάτρου, ή διά νά είπώ καλλίτερα, τά ποιήματα χωρίς νόημα, άλλά τόν Πλούταρχον καί τόν Ξενοφώντα ίσως τούς νομίζουσιν 'Αμερικάνους. Τρέχουσι μέ κάθε ταχύτητα είς τό θέατρον, νά άκούσωσι τό τραγώδιον μιάς γυναικός, ή ένός άνδρός, ή άλλου τινός εύνούχου, καί τούς έφημίζουσι - άλλ' όποιος τούς διηγηθή τά βάσανα τής πατρίδος, είναι τό ίδιον ώσάν νά τούς έδερνε, καί φεύγουσι πάραυθα. Στέκονται μέ άκραν ύπομονήν, καί πολλάκις χωρίς εύχαρίστησιν, νά θεωρώσι τούς χορούς είς τό θέατρον καί τά άγάλματα τής άσωτείας τριγύρωθεν, άλλ' είναι άδύνατον νά έξοδεύσουν μίαν ώραν είς άνάγνωσιν τής πατρικής μας ίστορίας. Καί ούτως κεχαυνώνονται, είς τρόπον, όπού καθίστανται άξιοι συμπονέσεως. 'Αφανίζουσι τήν ύγιείαν των μέ τήν άκρασίαν, φθείροσι τά ήθη των μέ τήν άσωτείαν, καί γίνονται όντως χοίροι, καί χειρότεροι άκόμη. Μερικοί νέοι μάλιστα, εύθύς όπού άλλάξουν τά φορέματα τής πατρίδος, θέλουσιν έξ άποφάσεως νά φανώσιν άλλογενείς καί σχεδόν δέν καταδέχονται ούτε κάν νά συναναστρέφωνται είς τήν όδόν μέ τούς όμογενείς των. Τί στοχάζεσθε νά σπουδάζουν οί περισσότεροι άπό έκείνους τούς νέους, όπού οί ταλαίπωροι γονείς των πέμπουσιν είς τάς άκαδημίας τής 'Ιταλίας καί Γαλλίας, καί έξοδεύουσι διά τήν προκοπήν των; 'Ισως τήν πολιτικήν, τά νομικά, τήν τακτικήν, τέλος πάντων, τάς άναγκαίας έπιστήμας διά τό γένος μας; Ούχί, άδελφοί μου! Αύτοί ή τήν ίατρικήν σπουδάζουσι, ή τά μυθολογικά ποιήματα άναγινώσκοσι, άπό τά όποία είναι περισσότεροι τόμοι είς τήν Γαλλίαν καί 'Ιταλίαν παρά κολοκύνθια είς όλην την Πελοπόννησον. 'Η 'Ιατρική διδάσκει πώς νά θεραπεύουν τό σώμα, άλλ' οί 'Ελληνες έχουν χρείαν άπό διδασκάλους έπιστημών. Τά μυθολογικά δέ, έξαιρώντας πολλά όλίγα, άλλο δέν διδάσκουσι, είμή τό πώς νά ένδυθώσι, πώς νά στο λισθώσι (1), πώς νά όμιλώσι, πώς νά περιπατώσι, καί πώς νά τρώγωσι (2). Αύτοί, άφού μάθουν νά χορεύουν καί νά τραγωδώσι, νομίζονται πλέον τέλειοι πολίται. 'Η 'Ελλάς άς προσμένη βοήθειαν, αύτοί ώστόσον προσπαθούν νά ήμπορέσουν νά κολακεύσουν, χωρίς άνθίστασιν, καμμίαν πόρνην, ή, νά είπώ καθώς αύτοί λέγουσι, νά άποκτήσουν τήν φιλίαν καμμίας άρχοντίσσης, καί πλέον άλλο δέν τούς μέλει. Τί νά είπώ πάλιν διά έκείνους, όπού είς άλλο δέν άτενίζουσι, παρά είς τό νά άποκτήσωσι πολλά χρήματα; Αύτοί λατρεύουσι μόνον τά πλούτη. Δι' αύτά πωλώσι καί τιμήν καί πατρίδα. Δέν φροντίζουσι νά μάθωσι τίποτες άλλο, όταν ήξεύρουσι νά γράψωσι μίαν γραφήν, όπού πολλάκις πρέπει ό άναγινώσκων νά προφητεύη τό τί έννοούσεν ό γράψας, έπειδή πολλά όλίγοι ήξεύρουσι νά γράψωσιν έκείνα όπού όμιλούσι (3). Αύτοί οί χρυσολάτραι είναι όντως αύτόματοι, τά βιβλία δέ τής μελέτης των είναι αί έφημερίδες (4), περί 1. Είναι μερικοί νέοι, όπού χρωματίζουσι τό πρόσωπόν τους ώς αί πόρναι. 2. Μερικοί καυχώνται είς πράγματα τόσον μικροπρεπή καί ούτιδανά, όπού, τή άληθεία, είναι άξιοι γέλωτος, καί τόσον, ώστε νά τούς πτύση τινάς είς τό πρόσωπον. 3. 'Η έμπορική άνταπόκρισις τών έξω τής 'Ελλάδος δέν είναι είς τήν γλώσσαν μας γεγραμμένη, άλλ' είναι έν μίγμα γλωσσών, όπού προξενεί άνυπόφορον άηδίαν. 4. 'Ω, πόσον γέλωτα προξενούσι, ή μάλλον είπείν λύπην, όταν συναναστρέφωνται άναμεταξύ των καί όμιλούσι περί έμπορίου; Ποίος παρακαλεί νά άκολουθήση πείνα, ποίος προσμένει μέ χαράν τόν πόλεμον, άλλος τό ναυάγιον κανενός καραβίου, καί άλλος άλλην καμμίαν δυστυχίαν. 'Αξιώτεροι γέλωτος είναι όμως, όταν όμιλούσι περί πολιτικών ύποθέσεων καί φέρουσι τάς μαρτυρίας τών έφημερίδων' πολλοί δέ άπό αύτούς νομίζουσι τά όνόματα τών πατρίδος δέ, ούτε κάν άναφέρουσι τό όνομά της (1). Ποίος τολμεί νά τούς άναφέρη έλευθερίαν καί λύτρωσιν τής 'Ελλάδος; Οί νέοι δέν σέ άκροάζονται, οί χρυσολάτραι σέ νομίζουν τρελλόν. 'Η άπόκρισίς των είναι, όταν τινάς τούς τό προβάλλη: «δέν είναι δυνατόν!». «'Αλλά διατί;» τούς έρωτά τινάς πάλιν. «Δέν είναι δυνατόν» τού άποκρίνονται. Καί άν χίλιας φοράς τούς ξαναειπή τινάς χίλια δικαιολογήματα, άλλας τόσας θέλει άκούσει τήν ίδίαν άπόκρισιν (2) 'Οταν αύτοί ζώσι καλά, ή πατρίς των ού μόνον, άλλά καί όλος ό κόσμος άν άφανισθή, δέν τούς μέλει τίποτες (3). 'Αλλά τί νά είπώ διά έκείνους, όπού κατά δυστυχίαν μας δέν είναι όλίγοι, οί όποίοι, διά νά άποξενωθώσι παντάπασιν άπό τήν 'Ελλάδα καί νά άλησμονήσουν έως καί τό όνομά της, άπεφάσισαν μέ άκραν άφροσύνην καί έλαβον είς ξένην γήν διά σύζυγον άλλογενή γυναίκα; 'Ω, έντροπή άνυπόφορος! Δέν στοχάζεσθε, ώ άχάριστοι υίοί τής δυστυχεστάτης πατρίδος μας, τά κακά όπού προξενείτε, όχι μόνον είς τήν 'Ελλάδα, άλλά καί είς τόν έαυτόν σας άκόμη; Πώς είναι δυνατόν νά όμογνωμήσης μέ ποταμών τόσας πόλεις, καί άλλοι δίδουσιν πίστιν είς όσα εύρίσκοσι γεγραμμένα. 1. 'Η όμιλία τών χρυσολάτρων άρχινά άπό τά βαμπάκια καί τελειώνει είς τά φασούλια, ή δέ τών νέων άρχινά άπό τό θέατρον καί παύει είς τάς γυναίκας. 2. Είναι μερικοί, όπού, άντίς νά άποκριθούν πάλιν «δέν είναι δυνατόν!» όταν τινάς τούς έρωτά «διατί δέν είναι δυνατόν;» τότε λέγουσι «διατί έτζι!» 3. 'Η είρωνεία, πρός τούτοις, είναι τό πρώτον προτέρημά των, καί έπειδή τινών μέν τό σέβας, άλλων δέ ή άμάθεια, έμποδίζει κάθε έναντιωτικήν άπόκρισιν, αύτοί νομίζουσιν, ότι καλώς λέγουσι ό,τι καί άν λέγουσι. Καί τάς περισσοτέρας φοράς δέν άνοίγοσι τό στόμα των, χωρίς νά προφέρωσι, ή έν ψεύμα, ή ένα παραλογισμόν. τήν σύζυγόν σου, όταν είς τό κυριώτερον είσθε τόσον διάφοροι; Καί πού είναι εύτυχία, όπου δέν εύρίσκεται ή όμόνοια; Πώς θέλεις νά σέ άγαπήση ή συμβία σου καί νά σέ τιμήση, όταν έμπροσθέν σου κατηγορή τό γένος σου, καί έσύ, άναίσχυντε, τό άκούης μέ άκραν άδιαφορίαν (1); Πώς θέλεις νά εύρης τήν άνάπαυσίν σου, όταν αύτή πωλή τήν τιμήν σου καί, τό χειρότερον, όπού πολλάκις έσύ δέν τό άγνοείς; Καί πώς ήμπορεί τινάς νά άμφιβάλλη μέ τόσα συχνά καί καθημερινά παραδείγματα, όπού έχει πρό όφθαλμών του; Πού νομίζεις έσύ νά εύρης άγάπην είς καρδίας διεφθαρμένας; Δέν ήξεύρεις, ίσως, όπού άπό πολύν καιρόν αί γυναίκες τών άλλογενών προσπαθούσι νά καταστήσωσι τήν άγάπην μίαν τεχνικήν τρυφήν, καί ότι έπέτυχον σχεδόν - σχεδόν τού σκοπού των; Πού νά δώσης άκρόασιν καί πίστιν, ώ τυφλέ καί άνόητε άνθρωπε, είς τούς πλαστούς λόγους της γυναικός σου, ή όποία άφού ύπανδρευθή μαζί σου, άλλο δέν προσμένει, παρά νά άπεθάνης, διά νά σέ κληρονομήση καί νά λάβη άλλον άνδρα (2); Πώς νά γεννηθή άνάμεσόν σας έκείνη ή θεία άλλεπάλληλος κλίσις καί φιλία, όπού στερεοί τήν εύτυχίαν τού γάμου, είς καιρόν όπού, άν έσύ άρρωστήσης, σέ παραιτεί είς τό κρεβάτι, καί αύτή πηγαίνει είς τό θέατρον; 'Αλλά τί, τί τάχατες σέ παρακινεί νά λάβης διά γυναίκα μίαν άλλογενή; 'Υστερείται ή 'Ελλάς, ίσως, άπό κοράσια; 'Εφυγεν, ίσως, ή 'Αφροδίτη άπό τόν πρώ- 1. Οί 'Ελληνες, εί μέν είναι πλούσιοι καί άξιοι, φθονώνται παρά τών άλλογενών, εί δέ πτωχοί καί άνάξιοι, καταφρονώνται. 2. 'Οσαι άλλογενείς γυναίκες έλαβον 'Ελληνας δι' άνδρας, όλαι τό έκαμαν έξ άνάγκης, έπειδή ή δέν εύρήκαν όμογενή των ή δέν είχον πού τήν κεφαλήν κλίναι. τον της ναόν; Τί σέ άποτύφλωσε τόσον, όπού σού φαίνονται ώραιότερα τά ζωγραφισμένα άναιδέστατα πρόσωπα τών κακοηθεστάτων άλλογενών (1), ώ άναίσχυντε καί όντως γιδοκέφαλε άποστάτα τής πατρίδος; Νομίζεις, ίσως, νά σέ έπαινέσουν οί άλλοι άλλογενείς; 'Απατάσαι, δύστυχε, πάλιν είς τήν ίδίαν σου άπάτην. Αύτοί σέ μισούν, σέ καταφρονούν καί σέ περιγελούν παντοτινά. Καθείς άπό αύτούς λέγει «ίδέ τόν χοίρον, τόν χυδαίον 'Ελληνα, διά νά μετριάση τήν ούτιδανότητά του, ήθέλησε νά λάβη σύζυγον άπό τό γένος μας. 'Αλλ' αύτός είναι πάντοτε ό ίδιος' τά βάρβαρα ήθη τής πατρίδος του δέν τά άλλαξεν (2)» . Τί στοχάζεσαι, ώ άληθή κακότυχε, πώς σέ άγαπά ή γυναίκα σου; Μήν άπατάσαι, σού τό ξαναλέγω! Αύτή σέ περιγελά, σέ άτιμάζει, σέ κλέπτει, καί πολλάκις σού έτοιμάζει τόν θάνατον παράκαιρα. 'Αλλά τί άποκρίνονται μερικοί άπό αύτούς τούς όντως άνοήτους; «'Ο έρως μ' έπλήγωσε, τά θέλγητρά της μ' έσκλάβωσαν, ή αίσθαντική μου καρδία δέν ήμπόρεσε πλέον νά άντισταθή». 'Ω άναίσχυντοι καί όντως μωροί! 'Εγώ, όπού περί πατρίδος καί περί τής έλευθερώσεώς της σήμερον γράφω, έπρεπε νά σάς άποκριθώ, ότι τήν σήμερον είς τούς 'Ελληνας, όπού εύρίσκονται έξω άπό τήν πατρίδα τους, ό έρως είναι τό μεγαλείτερόν τους άμάρτημα. 'Εγώ έπρεπε νά σάς άποκριθώ, ότι νά μήν άγαπάτε, παρά τήν 'Ελλάδα, διά νά άγα 1. Παρακαλώ τόν άναγνώστην, νά μήν νομίση τά λεχθέντα γενικώς, άλλ' ώς έπί τό πλείστον' έπειδή άναμεταξύ είς αύτάς εύρίσκονται μερικαί φαμελίαι, όπου κατοικεί ή ίδία τιμή καί σωφροσύνη. 2. Ούτως όνομάζουσιν οί άλλογενείς τών 'Ελλήνων τά ήθη καί μάλιστα τήν προσοχήν των είς τήν διαφύλαξιν τής τιμής των.
πησητε ό,τι τυχαίνει. 'Εγώ, τέλος πάντων, έπρεπε πρώτον νά ζητήσω τήν ώφέλειαν, όπού έκάματε είς τήν πατρίδα σας, καί νά σάς άποδείξω έπειτα, είς τί θέλει σάς φέρει ό έρως σας. 'Αλλά τοιαύτα λόγια δέν είναι διά τάς άκοάς σας, ούτε έγώ θέλω κοπιάσει ματαίως νά σάς τά είπώ, καί μόνον σάς λέγω, ότι ό έρως γεννάται άπό άμοιβαίαν κλίσιν καί άπό μίαν συμπάθειαν καί συμφωνίαν είς τάς ίδέας άμφοτέρων. 'Οθεν, ό έδικός σας δέν είναι έρως, άλλά μία άλογος έπιθυμία, ώσάν όπού τόσον δύσκολα είναι νά συμφωνήσουν τά ήθη τών 'Ελλήνων μ' έκείνα τών άλλογενών, όσον φανερόν είναι, όπού όσοι άλλογενείς συζύγους έχουσι, έξ άνάγκης χάνουσι τά ήθη των καί δέν τούς μένει άλλο άπό τούς 'Ελληνας, είμή ή όνομασία. 'Εσύ λοιπόν, τυφλέ, νομίζεις έρωτα τήν όρεξιν, όπού σού έξυπνά τό χρωματισμένον πρόσωπον μιάς παλλακίδος; Δέν ήξεύρεις, πώς ό έρως είναι ό πρώτος έχθρός τής άσωτείας, καί έξακολούθως είς τούς νύν εύγενείς τών άλλογενών δέν εύρίσκεται, είμή ή είκών του; 'Αγνοείς ότι ό γάμος, όπού άποκαταστεί έντελώς εύτυχή τόν άνθρωπον, είς άλλο δέν συντείνει, είμή είς τό νά έκδώση τόσους πολίτας είς τήν πατρίδα καί διαυθεντευτάς; 'Αλλ' έσείς, άναίσθητοι, τί δίδετε είς τήν πατρίδα σας; Φεύ, τόσους έχθρούς! Οί υίοί σας σάς άναθεματίζουν καί σάς νομίζουν ώς μίαν τους έντροπήν (1). 'Ω θανατηφόρος έλλειψις τής πατρίδος! Πόσους καί πόσους διαυθεντευτάς της καί ύπερασπιστάς της ή άσωτεία καί κακοήθεια τών άλλογενών τής κλέπτει!
1. Μερικά γεννήματα τοιούτου μίγματος λαμβάνουν τό έπίκλην τής μητρός των, τόσον δέ καταδέχονται νά κράζονται υίοί 'Ελλήνων. Πόσων ποτίζει τό βρωμερόν ύδωρ τής λήθης! 'Αλλοίμονον, άλλοίμονον, ώ 'Ελληνές μου άκριβοί, άν οί ξενιτευμένοι δέν άλλάξουν γνώμην καί δέν ένθυμηθούν, ότι, όπου είναι ή πατρίς, έκεί καί ή εύτυχία, καί νά άποδειχθούν άληθείς υίοί τής 'Ελλάδος. 'Αλλά τί; Πρέπει νά άπελπισθώ ίσως; Πρέπει, ίσως, νά νομίσω όλους τούς ξενιτευμένους τόσον άναξίους τού όνόματός των; 'Ε, μή γένοιτο! 'Εγώ σάς γνωρίζω, άγαπητοί μου. Δέν είσθε όλίγοι έσείς, όπού έξ άνάγκης, διά νά κερδίσητε τήν ζωοτροφίαν τών φαμελίων σας, έξενιτεύθητε, καί όσα κερδίζετε πέμπετε είς τήν πατρίδα σας. Δέν είσθε όλίγοι έσείς, όπού άφού μέ τούς ίδρωτάς σας καί άγχίνοιάν σας έκερδίσατε καί περισσότερα, άποφεύγοντες δέ τό βρωμερόν παράδειγμα τών φιλαργύρων, δαψιλώς εύεργετήσατε τήν 'Ελλάδα καί τήν έπαρηγορήσατε μέ τά φιλάνθρωπα έργα σας. 'Ολοι σας, λοιπόν, οί φιλοπάτριδες, καί έσείς άκόμη όπού μέχρι τής σήμερον έφανήκατε άχάριστοι είς τήν πατρίδα, άκούσετε δι' άγάπην της καί διά τιμήν τού έαυτού σας, άκούσατε προσεκτικώς τήν γλυκείαν φωνήν της. 'Ανοίξατε τά ώτα τού νοός σας καί προσέξετε είς τούς λόγους τής 'Ελλάδος, ή όποία άσθενής καί γεμάτη άπό πληγάς, μέ θλιβεράν φωνήν σάς όμιλεί λέγουσα: «'Ω 'Ελληνες! 'Ω τέκνα μου! Πού μέ άφήσετε; Πώς δέν σάς πονεί δι' έμέ; Διατί μ' έπαρατήσατε; Διατί φεύγετε καί δέν έπιστρέφετε πλέον; Τί σάς έκαμα καί δέν μ' ένθυμείσθε; Είς τί σάς έβλαψα καί δέν μέ άγαπάτε; Ποία μήτηρ έστάθη δυστυχεστέρα άπό έμένα; Τί ούν, άγαπητοί; Τί στοχάζεσθε; Τί άποφασίζετε;» Είναι ή πατρίς όπού φωνάζει είς τέτοιον τρόπον. Αύτή είναι όπού κλαίει καί όδύρεται. 'Η άπουσία σας ποτέ δέν τήν ώφέλησεν, τώρα όμως τήν άφανίζει. Ποίος άπό έσάς δέν γνωρίζει καλότατα είς τίνων χείρας εύρίσκεται ή οίκονομία τής κάθε πόλεως κατά μέρος είς τήν 'Ελλάδα τήν σήμερον; 'Οποιος έχει περισσότερα χρήματα ή περισσότερα μέσα είς τόν τύραννον, έκείνος οίκονομεί καί διοικεί τούς λοιπούς. 'Αλλ' οί τοιούτοι είναι τόσον βάρβαροι καί άνάξιοι, όπού μόλις ήξεύρουν νά ζήσουν αύτοί, όχι δέ νά εύτυχίσουν τήν ζωήν τών λοιπών. Μήν στοχάζεσθε λοιπόν, πάλιν σάς τό ξαναλέγω, ότι έκτελείτε τό πρός τήν πατρίδα σας χρέος όταν πέμπετε μερικά χρήματα τών συμπατριώτων σας. 'Η άρετή σας είναι καλή, άλλ' οί 'Ελληνες έχουσι χρείαν άπό τήν παρουσίαν σας. Μήν δίδετε κακόν παράδειγμα καί τών άλλων, δι' άγάπην τής πατρίδος, καί νά φθάσητε ύστερον νά ίδήτε - ό μή γένοιτο, Θεέ μου! - τήν 'Ελλάδα έρημον. 'Ενθυμηθήτε, ότι τό καλόν δέν είναι δύσκολον νά γίνη, άλλ' ή άληθής άξιότης μόνον διδάσκει νά γίνεται καθώς πρέπει. Αί εύεργεσίαι σας είναι έργον χρηστότατον, άλλά τί άλλο κάμνουσι, είμή νά παρηγορώσι μόνον τούς δυστυχείς 'Ελληνας όπωσούν, καί νά τούς φυλάττωσιν όλίγον ξέμακρα άπό τήν άπελπισίαν, ή όποία ήθελεν σταθή άληθώς βιαία, άλλά άφευκτος καί βεβαία όδός τής έλευθερώσεως τής 'Ελλάδος; Στοχάζεσθε, μήπως καί δέν κερδίσετε είς τήν πατρίδα, όσα κερδίζετε μακρά άπ' αύτήν; 'Αλλ' όσα άν κερδίσητε είς τί σάς ώφελώσι, άν είσθε όρφανοί άπό πατρίδα; (1) Μήπως δέν ήθέλατε άποκτήσει καί είς τήν 1. Είναι μερικοί, όπού νομίζουν τάχατες ότι δέν τούς μέλει διά τήν πατρίδα των, άλλά ματαίως προσπαθούν νά άπατήσουν πατρίδα σας τά πρός τό ζήν άναγκαία, άν όντως ήθέλατε προσπαθήσει διά τό καλόν της καί διά τό καλόν σας; Διατί λοιπόν τόσας άποικίας καί αίωνίους ξεχωρισμούς άπό τούς συγγενείς σας καί φίλους σας; (1) 'Ισως δέν σάς καλοφαίνεται νά τυραννήσθε, ώ άδελφοί μου, καί καταδέχεσθε νά τυραννώνται οί συγγενείς σας, καί έσείς νά τρυφήτε καί νά σπαταλάτε μακρά άπό αύτούς; Πώς ήμπορείτε νά σφαλίζετε τούς όφθαλμούς σας, χωρίς νά σάς τρομάζη κάθε στιγμή ή θλιβερά είκών τής 'Ελλάδος μέ τό μέσον τών όνείρων; 'Ισως νομίζετε πώς άπό μακρόθεν ώφελείτε περισσότερον, παρά άν είσθαν παρόντες; 'Ω, πόσον λανθάνεσθε, άγαπητοί μου. Δέν ήξεύρετε, ότι μία συμβουλή, μία μόνη λέξις πολλάκις, έκφωνουμένη άπό άνδρας πεπαιδευμένους, ένεργεί περισσότερον, παρά δέκα διδαχαί γεγραμμέναι; 'Η κατάπεισις γεννάται, βέβαια, άπό τήν άλήθειαν, άλλ' αύτήν τήν άλήθειαν, πρέπει τινάς νά τήν έκφωνήση έν καιρώ τώ δέοντι καί πρός έκείνους, όπού περισσοτέραν χρείαν έχουσι (2). Καί ποίος νά έκτελέση αύτό τό χρηστόν έργον, όταν έσείς λείπετε; Ποίος νά όμιλήση είς τάς συνελεύσεις, όπού τήν σήμερον συνηθίζουν είς τήν φύσιν' μία μικρή θέρμη, μία διαφορά μέ άλλον τινά, καί μία άνάμνησις τών συγγενών, άρκετώς άποδεικνύει είς αύτούς τήν ήδύτητα καί άνάγκην μιάς πατρίδος. 1. Είναι μερικοί 'Ελληνες, όπού δέν γνωρίζουν τούς άδελφούς των καί τούς πατέρας των, καί οί περισσότεροι ξενιτευμένοι λείπουσι άπό τήν πατρίδα των ή τριάντα ή είκοσι ή δέκα χρόνους τό όλιγότερον. 2. Φανερόν είναι, ότι όσοι περισσοτέραν χρείαν έχουσι άπό διδαχήν, δέν ήξεύρουσι γράμματα. 'Οθεν, άναγκαία είναι ή παρουσία τού όμιλούντος, διά νά καταπείση τούς πεπλανημένους είς τό ψεύδος. τήν 'Ελλάδα νά κάμνουσιν οί προεστοί τής κάθε πολιτείας, ώς έπί τό πλείστον είς τήν μητρόπολιν, καί νά διορθώση όπωσούν τάς τόσας καί τόσας άδικίας, όπού κάμνουσι; Ποίος, λέγω, νά άποκριθή τού μητροπολίτου, όταν έξαπλωμένος είς τήν κορυφήν τού οίκίσκου καί χαΐδεύοντας τό γένειόν του, έκφωνή κανένα άρχιεπισκοπικόν παραλογισμόν, καί οί λοιποί όμοφώνως λέγουσι εύθύς τό ναί, άν έσείς λείπετε; 'Ω άγαπητοί, διατί δέν τό στοχάζεσθε; 'Αν, λοιπόν, έως τήν σήμερον, ώ άκριβοί μου 'Ελληνες, ή άπό άγνοιάν σας ή άπό άδιαφορίαν σας ή, τέλος πάντων, άπό μόνην άστοχασίαν σας έμείνατε έξω άπό τήν πατρίδα σας, μήν μένετε περισσότερον, άν θέλετε όπού αί μέχρι τού νύν εύεργεσίαι σας πρός αύτήν νά μήν κατασταθώσι σημεία κατακρίσεώς σας. Μήν καυχάσθε, πρός τούτοις, διά τάς εύεργεσίας όπού τής έκάματε, έπειδή τό χρέος σας ζητεί περισσότερον, παρά τά περισσεύματα τών πλούτων σας. Τήν παρουσίαν σας, τήν συνέργειάν σας ζητεί, ώ 'Ελληνες, καί όχι άλλην βοήθειαν. Μήν άμφιβάλλετε δέ διά τό καλόν τέλος. 'Υπάγετε είς τήν 'Ελλάδα, καί είς όλίγον καιρόν θέλετε αίσθανθή τήν διαφοράν, όπού θέλει προξενήσει ή παρουσία σας είς τήν κατάστασίν της. Αί έρμηνείαι σας καί οί όρθοί στοχασμοί σας θέλουν ξεμακρύνει άπό τάς κεφαλάς τών 'Ελλήνων τήν δεισιδαιμονίαν, αί συμβουλαί σας θέλουν άποδείξει είς τούς συμπατριώτας μας τό είναι των.
Οί 'Ελληνες - έσείς τό ήξεύρετε - δέν είναι ούτε Σκύθαι, ούτε βάρβαροι, όπού νά χρειασθούν πολλούς χρόνους, διά νά καταλάβουν τό είναι τους. 'Αρκεί μόνον, νά τούς δείξη τινάς τό χρέος των, καί εύθύς τό έκτελούσι. 'Αλλ' έχουν χρείαν άπό διδασκάλους, άληθείς φιλέλληνας, άπό άνθρώπους προκομμένους, τέλος πάντων, καί έσείς μόνον είσθε έκείνοι. Μήπως, άδελφοί μου, προσμένετε νά έλευθερωθή πρώτον ή 'Ελλάς, καί έπειτα νά ύπάγητε έσείς; Τότε είναι τό ίδιον, ώσάν νά έλέγετε, ότι δέν θέλομεν νά έλευθερωθή ποτέ (1). Θέλετε, ίσως, νά κτίσητε πύργον χωρίς θεμέλια; Καί ποίος θέλετε νά σάς έλευθερώση τήν πατρίδα, καί έσείς νά λείπητε; Δέν έντρέπεσθε κάν άπό τούς άλλογενείς, όπού σάς άκούουν νά λέγητε τά τοιαύτα; 'Αλλ' άν οί άλλογενείς, ύστερημένοι άπό πατρίδος έρωτα, δέν σάς καταφρονούν, όχι όμως οί ίδιοι 'Ελληνες τούς μιμούνται. Αύτοί θέλει σάς άναθεματίζουν άπό τό νύν καί είς τό έξής, καί θέλει σάς νομίζουν μέ κάθε δίκαιον τόσους έχθρούς τής πατρίδος. 'Ω τής άναισχυντίας σας, άχάριστα τέκνα τής πατρίδος! Καί άπό ποίον προσμένετε, παρακαλώ σας, τήν έλευθερίαν; Νά σάς έλθη, ίσως, φορτωμένη άπό τόν ώκεανόν μέ κανένα έμπορικόν πλοίον, καί νά τήν έκστρατεύσητε είς τήν 'Ελλάδα; 'Η προσμένετε νά έλευθερωθούν μόνοι τους, καί έπειτα νά ύπάγητε έσείς, νά εύρητε έτοιμα τά άγαθά, καί νά χαρήτε πάλιν, κατά τό συνηθισμένον σας, είς τούς ίδρώτας τών άλλων; Φεύ! Τό πρώτον είναι άδύνατον, καί άν πάλιν, κατά τόν δεύτερον στοχασμόν σας, δέν συνεργήσετε καί έσείς είς τήν έπανόρθωσιν τού γένους μας, θέλουσιν έκχυθή ποταμοί αίματος περισσότερον, παρά άν είσθαν παρόντες. 'Η έλπίδα σας όμως είναι ματαία. 'Εσείς δέν 1. Οί περισσότεροι σχεδόν άπό τούς ξενιτευμένους, έχουσιν αύτόν τόν άλογον στοχασμόν, καί χωρίς έντροπήν λέγουσι ότι, «όταν έλευθερωθή ή 'Ελλάς, εύθύς θέλομεν μισεύσει δι' έκεί». Τόσον έχαλινώθησαν άπό τήν ψευδευτυχίαν τών άλλογενών! θέλετε άπολαύσει, βέβαια, τήν πατρίδα σας έλευθέραν, καθώς τώρα δούλην τήν άλησμονήσατε, άλλ' έξωρισμένοι διά παντός είς βαρβάρους γαίας, δέν θέλετε άναπνεύσει πλέον τόν ζωηρότατον έλληνικόν ζέφυρα, καί τά όνόματά σας θέλουσι κατασταθή λέξεις άτιμίας καί μίσους είς τάς άκοάς καί στόματα τών έλευθέρων 'Ελλήνων. 'Ισως, τέλος πάντων, προσμένετε νά μάς δώση τήν έλευθερίαν κανένας άπό τούς άλλογενείς δυνάστας; 'Ω Θεέ μου! 'Εως πότε, ώ 'Ελληνες, νά πλανώμεθα τόσον άστοχάστως; Διατί νά μήν στρέψωμεν καί μίαν φοράν τούς όφθαλμούς μας είς τά άπελθόντα, διά νά καταλάβωμεν εύκολώτερα καί τά μέλλοντα; Ποίος άγνοεί, ότι ό κύριος στοχασμός τών άλλογενών δυνάστων είναι είς τό νά προσπαθήσουν νά κάμουν τό ίδιόν των όφελος μέ τήν ζημίαν τών άλλων; Καί ποίος στοχαστικός άνθρωπος ήμπορεί νά πιστεύση, ότι όποιος άπό τούς άλλογενείς δυνάστας ήθελε κατατροπώσει τόν όθωμανόν, ήθελε μάς άφήσει έλευθέρους; 'Ω, άπάτη έπιζήμιος! Μήν είσθε, άδελφοί μου, τόσον εύκολόπιστοι. 'Αναγνώσετε τήν ίστορίαν καί μάθατε, ότι οί Ρωμαίοι έταξαν τών 'Ελλήνων καί διαυθέντευσιν καί έλευθερίαν, άλλ' άφού έμβήκαν είς τήν 'Ελλάδα, εύθύς τήν έκήρυξαν έπαρχίαν τους. 'Ιδετε καί τά τωρινά παραδείγματα, όπού ή πολυποίκιλος στροφή τής γαλλικής στάσεως μάς παρασταίνει. 'Ο δυνάστης των μέ ταξίματα μεγάλα καί μέ τοιαύτα μέσα, άπόκτησεν όσα κατά τό παρόν έχει, καί πώς έσείς νομίζετε νά σάς δοθή ή έλευθερία άπό άλλογενείς; Πώς νά μήν είπή τινάς, ότι όνειρεύεσθε έξυπνοι; Καί είς τί, παρακαλώ σας, θεμελιώνετε τάς έλπίδας σας; Είς τήν άρετήν τών άλλογενών δυνάστων ίσως; 'Ελπίζετε νά κινηθούν είς σπλάγχνος έκείνοι διά τάς δυστυχίας τάς έδικάς μας; Δέν ήξεύρετε, ώ 'Ελληνες, ότι ή άρετή τήν σήμερον δέν εύρίσκεται είς τούς θρόνους; Δέν ήξεύρετε, ότι οί 'Ελληνες μισούνται δούλοι, έπειδή ήθελε τούς φθονήσει έλευθέρους κάθε μεγάλη δυναστεία άπό τάς παρούσας τών άλλογενών; 'Αλλά, τέλος πάντων, ύποθέτοντας κανένα άπό αύτούς τούς δυνάστας όπωσούν φιλέλληνα, δέν ήξεύρετε, ότι μόνος του δέν ήμπορεί νά κάμη τό ούδέν, καί ότι οί έπιτροποί του ή είναι έχθροί μας, ή είναι άδιάφοροι, ή, τέλος πάντων, άσωτοι καί διεφθαρμένοι τά ήθη; Τί στοχάζεσθε, τέλος πάντων, άν ή 'Ελλάς έλευθερωθή άπό τόν όθωμανικόν ζυγόν διά χειρός άλλου δυνάστου, νά γίνη άληθώς εύτυχής; 'Ω άλήθεια, άλήθεια! Διατί δέν άπομακραίνεις τοιαύτην άπάτην άπό τούς 'Ελληνας; Διατί δέν τούς μανθάνεις, ότι όσοι πατώσιν είς θρόνον είναι όλοι τύραννοι; Διατί, άδελφοί μου, νά θέλωμεν νά άλλάξωμεν κύριον, όταν μόνοι μας ήμπορούμεν νά έλευθερωθώμεν; Νομίζετε νά είναι έλαφρότερος ό ζυγός μιάς ξένης δυναστείας; Δέν στοχάζεσθε, ότι πάλιν ζυγός είναι; Στρέψατε τά ώτα σας καί τούς όφθαλμούς σας είς τήν 'Ιταλίαν, καί άκούσατε τούς γογγυσμούς της, καί ίδατε τά δάκρυά της, διά νά καταλάβητε τί θέλει νά είπή έλευθέρωσις άπό ξένους. Καταδέχεσθε έσείς νά όμολογήσθε χρεώσται άλλογενών τής έλευθερώσεώς σας; Μή, λοιπόν, μή άγαπητοί μου άδελφοί, μή δεικνύεσθε τόσον παράφρονες είς τόν άναγκαιότερον συλλογισμόν, έσείς, όπού τόσον άψευδώς προβλέπετε είς τάς έμπορικάς σας έπιχειρήσεις τό μέλλον, καί άναγκάζονται οί ίδιοι άλλογενείς, όπού μάς μισούσι, νά σάς θαυμάζουσι. Μήν άπατάσθε, καί μήν τρέφετε καμμίαν άπό τάς είρημένας έλπίδας, άλλά προβλέπετε τό πλέον φανερόν άπό κάθε μέλλον, τήν άναγκαίαν, λέγω, έπανόρθωσιν τού γένους μας άφ' έαυτού του, καί μήν άργοπορήτε αύτήν μέ τήν άπουσίαν σας. 'Εσείς δέ, φίλοι μου καί σύγχρονοι νέοι, άγαπητοί μου 'Ελληνες, όπού μέ τόσους κόπους καί άγρυπνίας διδάσκεσθε τάς έπιστήμας είς τάς άκαδημίας τών άλλογενών, καί όπού έξ άνάγκης έγνωρίσατε τί έστί πατρίς, τής όποίας ό έρως σάς ένθουσιάζει, καί ήδη άρχίσατε παντοίοις τρόποις νά ξαναδώσητε είς τό έλληνικόν όνομα τό παλαιόν σέβας, όπού είχεν καί έχασεν, έσείς, λέγω, όπού μέ τήν φυσικήν σας άγχίνοιαν άποδεικνύετε φανερώς τών άλλογενών συμμαθητών σας τό έλληνικόν πνεύμα όποίον είναι, μήν βραδύνετε πλέον τόν μισευμόν σας διά τήν 'Ελλάδα. 'Υπάγετε νά προητοιμάσητε τήν έπανόρθωσιν τών συμπατριώτων μας. 'Η δόξα σάς προσμένει μέ τούς στεφάνους τής νίκης είς τάς χείρας καί μέ τάς άγκάλας άνοικτάς. Μήν ξεχάσετε, ότι ή άρετή καί ή άληθής φιλοσοφία είναι τό νά ζή τινάς είς πολλούς, καί αύτό άποκτάται ώφελώντας τους. Σπουδάσατε μέ ταχύτητα, όσοι μέχρι τού νύν δέν τό έπράξατε, τήν πολεμικήν τέχνην καί μεταχείρισιν τών άρμάτων.


'Εσείς έχετε τήν διάθεσιν έξαίρετον. σΑς διώξωμεν μίαν φοράν τόν όθωμανόν είς τήν 'Αφρικήν, ώ 'Ελληνές μου, καί έπειτα θέλετε ίδεί είς πόσον όλίγους χρόνους ή 'Ελλάς θέλει ξαναλάβει τήν προτέραν της λάμψιν. 'Ας έβγάλωμεν, άδελφοί μου, τήν βρώμαν, διά νά αίσθανθώμεν τήν μυρωδίαν τών άνθών.

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

'Ιδού, λοιπόν, ώ 'Ελληνες, άρκετώς άποδεδειγμένη καί ή δευτέρα αίτία τής μέχρι τού νύν έπιμονής τής 'Ελλάδος ύπό τής τυραννίας. 'Αλλο δέν μού μένει τώρα, παρά νά άποδείξω τήν εύκολίαν τής έλευθερώσεώς της, διά νά τελειώσω τόν λόγον μου, καί άμποτες ή άλήθεια καί ή άνάγκη νά σάς καταπείση, καθώς τό έλπίζω, διά νά άποδείξω μεν έμπράκτως τά όσα μέχρι τούδε είπον. Πρίν όμως νά έμβω είς τάς έπαριθμήσεις τών μέσων καί τών τρόπων διά τοιούτον έπιχείρημα, θέλω νά έκβάλω τούς άκανθας άπό τά ρόδα' λέγω έκείνους, όπού, διά περισσοτέραν δυστυχίαν τού γένους μας, ή κακή τύχη έκαμεν 'Ελληνας, καί μόνον έγεννήθησαν είς τήν έλληνικήν γήν, όχι δι' άλλο, είμή διά νά βαστάξωσι περισσότερον καιρόν τήν πατρίδα μας ύπό τής δουλείας. Αύτοί είναι όλοι έκείνοι, όπού κατά τύχην έκληρονόμησαν άρκετά χρήματα καί περισσότερα έλαττώματα, καί ζώσιν εύχαριστημένοι, χωρίς ποτέ νά στοχάζωνται τί διά τούς άλλους. 'Εκείνοι οί αύτόματοι καί ούτιδανοί άρχοντες, οί φιλάργυροι καί άμαθείς άρχιεπίσκοποι. 'Εκείνοι οί αύθάδεις καί όντως βάρβαροι προεστοί. 'Εκείνοι οί άμαθείς, όπού θέλουσι νά άποκρίνωνται πάντοτε καί είς κάθε πρόβλημα. 'Εκείνοι, όπού άναζητήτως δίδουσι συμβουλάς πάντοτε καί είς όλους. 'Εκείνοι, τέλος πάντων, όπού μέ άκραν ούτιδανότητα ψυχής, άφού πωλήσουν έκουσίως τώ τυράννω καί τήν ζωήν καί τό έχειν τους καί τήν τιμήν τους, καυχώνται είς τό νά διαφέρωσιν άπό τούς άλλους, όπού είναι άκούσιοι σκλάβοι. Οί τοιούτοι, ώ άδελφοί μου, μήν έχοντες άρετήν καμμίαν, καί γνωρίζοντες τόν έαυτόν τους άναξιώτατον, κρίνουν τό ίδιον καί διά τούς άλλους. Πρός τούτοις, ή άπαιδευσία των δέν τούς άφήνει νά καταλάβωσι τούς τόσους καί τόσους τρόπους, όπού οί σημερινοί 'Ελληνες ήμπορούσι νά μεταχειρισθώσι διά τήν έλευθερίαν τους, καί έμποδίζοντάς τους ένταυτώ άπό τό νά καταλάβουν τάς αίτίας, όπού βιάζουν, διά νά είπώ ούτως, τήν σήμερον τό γένος μας νά έπανορθωθή έξ άποφάσεως, τούς άποκαταστώσι είς τάς κεφαλάς των τήν ύπόθεσιν τόσον δύσκολον, όσον άδύνατον πιστεύουσι τό νά συνεργήσωσιν αύτοί οί ίδιοι. Τό δέ προσωρινόν καλώς έχειν τους, τούς χαλινώνει καί τούς συνδένει μέ τήν δουλείαν, όπού ούτε κάν τήν αίσθάνονται, μάλιστα δέ ούτε τούς δυσαρέσκει, καί σχεδόν - σχεδόν μερικοί άπό αύτούς τήν άγαπώσι, ώσάν όπού, άφού ζώσιν αύτοί άσύδοτοι, ώς προείπον, καί τρόπον τινά εύχαριστημένοι, διά τούς λοιπούς δέν τούς μέλει τίποτες. Τί λέγουσι, λοιπόν, αύτοί οί βρωμεροί καί χυδαιότατοι άνθρωποι; «Πώς είναι δυνατόν νά νικηθή έν τόσον μεγάλον βασίλειον; 'Ημείς δέν ήμπορούμεν νά κυβερνηθώμεν μόνοι μας. Πού νά εύρωμεν ένα άλλον βασιλέα τόσον εύσπλαγχνον, καί τόσον καλόν; Τί είναι αύτή ή έλευθερία; 'Η έλευθερία ούτε έστάθη, ούτε θέλει σταθή. Πού νά χύσωμεν τόσον αίμα! Οί όθωμανοί, εύθύς όπού καταλάβουν, ότι έχομεν τοιούτον σκοπόν, θέλουσι μάς άποκεφαλίσει όλους, ώς τόσα πρόβατα, καί έστω ή έσχάτη πλάνη χείρων τής πρώτης... » καί άλλα παρόμοια, τά όποία είς ένα στοχαστικόν καί φρόνιμον άνθρωπον, φαίνονται, καθώς είναι, τόσοι μύθοι, άλλ' είς τούς άπλούς καί εύκολοπίστους είναι τόσοι χρησμοί, καί ώς άλάνθαστοι προρρήσεις, καί ένταυτώ, όπού δηλοποιούσι τήν άνανδρον καί όντως έβραΐκήν των καρδίαν, άπομωρώνουσι καί πολλούς άλλους. Μήπως είνε ίκανοί νά καταλάβουν τό δίκαιον, διά νά τούς τό είπή τινάς;
(1) 'Ω άδελφοί μου! Αύτοί είναι τόσον άνόητοι, καί δισχυρογνώμονες, όπού όλοι οί Δημοσθένεις τού κόσμου δέν ήθελαν ήμπορέσει νά τούς καταπείσουν. Νά όμιλήση τινάς μέ αύτούς είναι τό ίδιον, ώσάν νά ήθελεν νά άκροάζεται, καί νά τούς άποκρίνεται πάντοτε τό ναί, μάλιστα έκείνοι οί βρωμοάρχοντες τής Κωνσταντινουπόλεως, όπού όσον τύφος καί άλαζονείαν έχουσι, άλλην τόσην άμάθειαν καί δισχυρογνωμίαν φυλάττουσιν έπάνω των, καί άλλο δέν ήξεύρουσιν νά είπώσι, είμή δυσκολίας, άπορίας, καί άμφιβολίας πλήθος. 'Η ψυχή των είναι τόσον μικρή καί ούτιδανή, όπού οί ψύλλοι είς τά όμματά των φαίνονται τόσοι άνδριάντες. 1. Οί τοιούτοι ήμπορούν νά παρομοιασθούν είς τάς γραίας γυναίκας, αί όποίαι, ώς έπί τό πλείστον, θέλουσι νά έχωσι πάντοτε τό δίκαιον, καί όταν τινάς τών άποδείξη τό άδικόν των, αύταί, εύθύς άλλάζουσι όμιλίαν, καί είναι άδύνατον νά ήμπορέση τινάς νά τάς καταπείση. Τί, λοιπόν, ήμπορώ νά τούς είπώ, διά νά τούς καταπείσω, όταν δέν καταλαμβάνουν τί έστί δίκαιον; Νά τούς κράξω, ίσως, άτίμους; 'Αλλ' αύτοί τό έχουν διά προτέρημα. Νά τούς ένθυμίσω πόσον είναι άνάξιοι είς τό νά ώφελήσουν τήν πατρίδα, καί πόσον έπιτήδειοι είς τό νά τήν ζημιώσουν; 'Αλλ' αύτοί καυχώνται είς αύτό. Νά τούς όνειδίσω, τέλος πάντων, ώς άνελεήμονας, άδίκους καί σκληρούς; 'Αλλά ποίος άπό έσάς δέν τούς γνωρίζει, καί δέν τό ήξεύρει; Αύτοί, άγαπητοί μου, είναι, έπειδή πρέπει νά είναι' ώσάν όπού, καθώς ή έλευθερία έχει τούς διαυθεντευτάς της, ούτως καί ή τυραννία έχει τούς έδικούς της, καί θέλουν χρησιμεύσει διά παραδείγματα έντροπής είς τούς μεταγενεστέρους. Ούτος ό πολλά ένοχλητικός καί βραχύς πρόλογος ήτον πολλά άναγκαίος διά τήν ύπόθεσιν τήν πλέον μεγάλην δι' ήμάς, ώ 'Ελληνες, όπού τώρα άρχίζω νά έρευνήσω, λέγω τάς αίτίας, όπού βιάζουσι, διά νά είπώ έτζι, τήν έλευθέρωσιν τής 'Ελλάδος άπό τόν όθωμανικόν ζυγόν, καί τά εύκολώτατα μέσα μιάς άναμφιβόλου έπιτεύξεως. 'Αναγνώστα άγαπητέ, όποιος καί άν είσαι, σέ παρακαλώ, νά στοχασθής άρκετά, πρώτον μόνος σου τήν ύπόθεσιν, καί έπειτα νά άναγνώσης τούτα τά ύστερινά κατεβατά τού πονήματός μου, νά στοχασθής, λέγω, ότι τό πράγμα είναι κοινόν, ότι ή τιμή σου, ή εύτυχία σου καί ή ζωή σου κρέμανται άπό τόν όρθόν στοχασμόν σου. Πρόσεχε ούν νά μήν άπατηθής άπό δισχυρογνωμίαν σου καί προδώσης είς χείρας έχθρών καί πατρίδα καί συγγενείς καί εύτυχίαν καί τιμήν καί ζωήν. 'Ω, πόσον τό πλήθος τών ίδεών, όπού είς έτούτην τήν στιγμήν μού παρησιάζονται είς τόν νούν, μ' έμποδίζουν σχεδόν άπό τό νά τάς έκθέσω καθώς τυχαίνει, καί θέλοντας νά γράψω είς όλίγα λόγια, όσα είναι άναγκαία καί όσα ό έρως τής πατρίδος μέ διδάσκει, δέν θέλω δυνηθή, ίσως, νά είπώ τό όλιγότερον μέρος είς πολλά κατεβατά. 'Αλλ' ό στοχασμός μου, πάλιν σάς τό ξαναλέγω, δέν είναι νά γράψω δι' έκείνους, οί όποίοι έχουσι χρείαν νά άκούσωσι έξ άλλων όλα, όσοι δέ έχουν τό πνεύμα έξυπνον, άρκούσιν είς αύτούς καί τά όλίγα. σΑς άναφέρωμεν, λοιπόν, πρώτον τάς αίτίας, όπού κατασταίνουσιν άφευκτον τήν έπανόρθωσιν τού γένους μας, καί έπειτα, έν συντόμω, νά έκθέσωμεν τά μέσα καί τρόπους διά τοιούτον έργον. Πρώτη ούν καί κυριωτέρα αίτία είναι τό γήρας τής όθωμανικής τυραννίας. 'Αλλά τί λέγω έγώ πρώτη! Αύτή είναι καί πρώτη καί ύστερη, ούτε άλλη ήμπορεί νά έχη τόπον, όταν είναι αύτή. σΑς ένθυμηθή ό άναγνώστης τά προλεχθέντα περί τών διαφόρων διοικήσεων, καί, διά νά είπώ ούτως, τών πολιτικών σωμάτων, ότι δηλαδή γεννώνται, αύξάνουσι, γηράζουσι, καί τέλος πάντων θνήσκουσι.
Τό όθωμανικόν κράτος τήν σήμερον εύρίσκεται είς τά όλοίσθια τού θανάτου, καί ήμπορεί νά παρομοιασθή είς έν σώμα άνθρώπινον, κατακρατημένον άπό άποπληξίαν καί μή έχον έλευθέραν, είμή τήν κεφαλήν, ή όποία, μήν λαμβάνουσα τήν άναγκαίαν δύναμιν άπό τήν κυκλοφορίαν τού αίματος, κατ' όλίγον όλίγον άδυνατίζει καί, τέλος πάντων, θνήσκει. Ούτως καί ή τυραννία τών όθωμανών τήν σήμερον, είς άλλο δέν γνωρίζεται ότι ύπάρχει, είμή είς τήν Βασιλεύουσαν. 'Εστω είς παράδειγμα ό πρώην Τζεζάρ, κυβερνητής είς τό 'Ακρι, ό όποίος όχι μόνον δέν ύπήκουε είς τόν βασιλέα του, άλλά καί άντιστέκετο είς όλας του τάς προσταγάς, καί πολλάκις φανερά τόν ύβριζε, καί διά γραμμάτων πάντοτε τόν έπεριγελούσε. 'Εστω είς παράδειγμα ό Πασβάνογλους, ό όποίος έκήρυξεν πόλεμον έναντίον τού βασιλέως του, καί ένίκησε πάντοτε. 'Εστω πρός τούτοις διά παράδειγμα ό τών 'Ιωαννίνων τύραννος, ό όποίος, άγκαλά καί νά μήν τό φανερώνη, όλοι όμως άρκετώς τό ήξεύρουσι ότι δέν φοβείται, ούτε ποτέ ύπακούει είς τάς προσταγάς τού βασιλέως του. Ποίος άπό έσάς, άδελφοί μου, άγνοεί ίσως, ότι τά έντάλματα αύτού τού τυράννου, τέσσαρας ώρας έξω άπό τήν Βασιλεύουσαν, δέν άξίζουν τίποτες; Ποίος δέν ήξεύρει τό πλήθος τών άποστάτων, όπού άφανίζουν τά χωρία καί τούς όδοιπόρους μέ άκαταπαύστους κλοπάς καί συνεχείς φόνους, χωρίς νά ήμπορή αύτός ποτέ νά τούς καταδαμάση μέ τά στρατεύματά του; 'Αλλά τί λέγω στρατεύματα; Αύτά δέν είναι άλλο, παρά μία συνάθροισις τόσων βαρβάρων, χωρίς τάξιν καί χωρίς τέχνην' ούτε διαφέρουσιν άπό τούς άγρίους τού Καναδά είς άλλο, είμή μόνον είς τά φορέματα (1). Πρόσθες καί τό άνεξάλειπτον μίσος, όπού εύρίσκεται άναμεταξύ των' μία δυσπιστία, μία άμάθεια, όπού τούς άποκαταστά χειροτέρους άπό τά ίδια άλογα ζώα. Είς τήν Βασιλεύουσαν όρίζουν περισσότερον οί μάγειρες τών πρέσβεων καί έπιτρόπων τών ξένων βασιλειών, παρά οί σύγκλητοι τής όθωμανικής αύλής. 'Ο 'Αντιβασιλεύς προστάζει, καί τάς περισσοτέρας φοράς δέν 1. 'Ενας έχθρός τής 'Ελλάδος, ένας βρωμοάρχων τού Φαναρίου, ήκουσα ότι έμεσίτευσε καί έπροσπάθησε νά άρχίση νά βάλη τάξιν είς τά όθωμανικά στρατεύματα, καί ήρχισε νά τούς διδάξη τήν τακτικήν. 'Ω τής άναισχυντίας του καί τής κακίας του! ύπακούεται. Τί άλλο, λοιπόν, φανερώνουν αύτά, είμή τό γήρας τής τυραννίας καί τό άφευκτον καί όγλήγορον πέσιμόν της; Ποίος δέν βλέπει, ότι ό πρώτος όπού παρησιασθή,
θέλει είναι ό νικητής; (1) 'Ας έξετάσωμεν τώρα τάς αίτίας, όπού άποκαταστώσιν εύκολον τήν έπανόρθωσιν τών 'Ελλήνων' πρώτη λοιπόν, είναι ή προχώρησις τού γένους μας είς τά μαθήματα. 'Ω, πόση διαφορά εύρίσκεται είς τήν 'Ελλάδα άπό δέκα χρόνους έως τήν σήμερον! Μεγάλη, ώ άδελφοί μου, μεγαλοτάτη καί καθ' έκάστην πρός τό κρείττον φέρεται. Τώρα άρχισαν αί Μούσαι νά άναλάβουν, καί πάλιν νά έπανορθωθώσιν είς τά χρυσόχροα όρη τής 'Ελλάδος. 'Ο 'Απόλλων πάλιν έμφανίσθη είς τό άρχαίον του παλάτιον. Δέν εύρίσκεται πόλις τήν σήμερον, όπού νά μήν έχη δύο καί τρία σχολεία. 'Εξαλείφθη είς τά περισσότερα μέρη ή δεισιδαιμονία τών γραμματικών, καί οί νέοι ήρχισαν νά μεταχειρίζωνται τόν άξιοτιμιώτερον καιρόν τής ζωής των είς γνώσεις ώφελίμους, καί όχι νά τόν έξοδεύουν είς τό νά έκστηθίζωσι λέξεις. 'Η Λογική καί Φυσική άνοιξαν τούς όφθαλμούς τών περισσοτέρων' ούτε οί διδάσκαλοι τήν σήμερον έχουσι έκείνην τήν ένοχλητικήν καί βραδείαν μέθοδον τής παραδόσεως, ούτε οί μαθηταί φυλάττουσι τήν όκνηρίαν καί άμέλειαν, όπού είχον, άλλ' 1. Εύρίσκονται μερικοί όθωμανοί, ή, διά νά είπώ καλλίτερα, όσοι άπό αύτούς είναι όπωσούν άνθρωποι, όπού δέν παύουν, άπό τό νά λέγωσι έν παρρησία, ότι έφθασεν τό βασίλειόν των είς τό τέλος του. Οί ίδιοι άλλογενείς, τό βλέπουσι, καί άλλοι μέν χαίρονται, όσοι τούς 'Ελληνας δέν μισούσι, οί περισσότεροι όμως λυπούνται. άμφότεροι, μέ άκραν εύχαρίστησιν καί έπιμέλειαν άντλίζουν άπό τήν άνεξάντλητον πηγήν τής μαθήσεως έκείνα τά φώτα, όπού στολίζουσιν τό άνθρώπινον πνεύμα καί τό άποδεικνύουσιν άξιον τού πλάστου του
(1). 'Η πολυμάθεια, τέλος πάντων, άπέβαλεν τήν δισχυρογνωμίαν άπό τούς περισσοτέρους, καί έν ένί λόγω, έπαυσεν έκείνη ή άδιαφορία, όπού πρότερον τόσον έδειλίαζεν

1. 'Ω, πόσον ταχύτερα καί εύκολώτερα ήθελε φωτισθώσιν οί παίδες τών 'Ελλήνων, άν αί παραδόσεις τών έπιστημών έγίνοντο είς τήν άπλήν μας διάλεκτον! 'Αμποτες λοιπόν, νέοι συγγραφείς νά πλουτίσωσι καί τιμήσωσι τήν γλώσσαν μας μέ τά πονήματά των, καί ή 'Ελληνική νά μείνη μία μάθησις ξεχωριστή, καί νά νομίζηται ώς ένας στολισμός κατά μέρος ένός μαθητού, καί όχι ποτέ άναγκαίον μέσον, καθώς ήτον, έως τήν σήμερον, είς τό νά σπουδάση τινάς τάς έπιστήμας.Καί διατί νά χάση ό ταλαίπωρος νέος τρείς καί τέσσαρας χρόνους είς τήν σπουδήν μιάς γλώσσης - καί σχεδόν νά μήν τήν μάθη! - είς καί καιρόν, όπού ήμπορούσε μέ όλιγοτέρους κόπους - ούσα ή σπουδή μιάς γλώσσης ή πλέον ένοχλητική καί είς όλιγότερον καιρόν νά σπουδάση καί νά μάθη έντελώς τάς άναγκαιοτέρας τών έπιστημών; σΑς άποδώσωμεν, λοιπόν, αύτήν τήν τυφλότητά μας, μαζί μέ τόσας άλλας, είς τήν τυραννίαν, ή όποία είναι ό όλεθρος τού όρθώς νοείν, καί άς έλπίσωμεν είς τό έξής αύτήν τήν διόρθωσιν άπό έκείνα τά άξια ύποκείμενα, όπού ήμπορούν, άφού τό είπώσι, νά τό κάμωσιν ένταυτώ, έγώ δέ σιωπώ έξ αίτίας τής συντομίας, όπού είμαι στενοχωρημένος νά φυλάξω. Τό κοινόν όφελος πρέπει νά προκρίνεται άπό τό μερικόν, καί ή έλληνική νεολαία δέν πρέπει νά ύποφέρη πλέον τοιαύτην άνόητον συνήθειαν, όπού νά ζητή τά άφανή διά τών άφανών, ούτε μερικοί διδάσκαλοι νά καυχώνται παραπολύ διά τό ότι ήξεύρουσι τήν έλληνικήν γλώσσαν, οί όποίοι, τή άληθεία, ήμπορούν νά παρομοιασθούν μέ τινάς, οίτινες όντες γυμνοί είς τό σώμα, φέρουσι πολύτιμα καλύμματα είς τήν κεφαλήν. 'Εγώ έγνώρισα έναν νέον όπού είχε σπουδάξει δέκα έξ χρόνους είς τό σχολείον τής Πάτμου, καί ήτον είκοσι έξ χρόνων, όταν έβγήκεν μέ τόν τίτλον τού λογιωτάτου, μ' όλον τούτο δέν ήξευρε νά παραστήση πώς γίνεται ή έκλειψις τής σελήνης. 'Ηξευρεν όμως έκ στήθους όλον σχεδόν τό τρίτον τού Γαζή.Τά γόνα τού πολύπαθου φιλούν καί ξεκινούν τό θρήνο: τούς ταλαιπώρους νέους, οίτινες έποθούσαν νά παύσωσι τήν δίψαν των μέ τά καθαρά νάματα τής σπουδής καί σχεδόν δέν έτολμούσαν. Τήν σήμερον οί σπουδαίοι, άν κατά χρέος άκόμη δέν εύλαβώνται καί δέν τιμώνται, δέν καταφρονώνται όμως, ούτε περιπαίζονται. Καί καθείς άπό τούς προεστούς, άντίς νά σφαλίση τόν υίόν του είς τό όσπίτιόν του, καί νά τόν άφήση άμαθέστατον, μετά πάσης τής έπιμελείας τόν πέμπει είς τά σχολεία, διά νά φωτισθή. Είς αύτά κράζω διά μάρτυρας όλους σας, ώ 'Ελληνες, καί μάλιστα όσους έχουσιν υίούς (1). Τά σχολεία δέν είναι πλέον έρημα ώς καί πρότερον, άλλά τό καθέν περιέχει πενήντα καί έκατόν μαθητάς, οίτινες άφού άνέγνωσαν τόν ήδύτατον Ξενοφώντα, τόν νουνεχή Πλούταρχον καί τούς λοιπούς ίστορικούς φιλοσόφους τών προγόνων μας, έγνώρισαν τόν βόρβορον τής τυραννίας καί κλαίουσι πικρώς διά τήν δυστυχίαν τής πατρίδος μας. Δέν προφέρουσι πλέον τό όνομα τής έλευθερίας μέ φόβον, μήπως καί τούς άκούσωσιν οί προεστοί ή οί άρχιερείς καί τούς κηρύξουσιν άθέους, ώς πρότερον έκαμνον, άλλά τό προφέρουσι μέ έκείνο τό θάρρος, όπού οί δούλοι δέν ήμπορούν νά έχωσι. Δέν παύουσιν άπό τό νά νουθετώσι τούς άμαθείς φίλους των, καί μέ τό παράδειγμά των έπαρακίνησαν όλους νά στοχασθώσι μίαν φοράν καθώς πρέπει, όπού μέχρι τής σήμερον δέν τό έκαμνον. 1. 'Η 'Ελλάς χρεωστεί αύτήν τήν χάριν έκείνων τών όλίγων φιλοπάτριδων, οί όποίοι έθυσίασαν μέρος τής περιουσίας των καί έκτισαν σχολεία, πληρώνοντες όχι μόνον τούς διδασκάλους, άλλά καί τούς ίδίους μαθητάς, όταν είναι πτωχοί. 'Επλούτισαν τά σχολεία μέ τά άναγκαιότερα βιβλία, τόσον έπιστημονικά καθώς καί ήθικά, όπού έκδωσαν είς τύπον, μέ τά άναγκαία όργανα τής μαθηματικής καί φυσικής, καί έν ένί λόγω, τά πάντα έπρόβλεψαν. 'Εν ένί λόγω, διά νά λάβη τό πάν τό ποθούμενον τέλος, άλλο δέν τούς λείπει, είμή ή έλευθερία.
'Η άγχίνοιά των είναι άμίμητος. Οί 'Ελληνες, ώ άδελφοί μου, έχουσι μίαν φυσικήν διάθεσιν, όχι μόνον είς τό νά μιμώνται, - όμιλώντας γενικώς άλλά καί είς τό νά έφευρίσκωσι. Οί νόες των είναι γεννητικοί είς τό άκρον, είς τρόπον όπού, μετά τήν έπανόρθωσιν τού γένους μας, δύο χρόνων διάστημα είναι άρκετώτατον νά ξαναδώση είς ήμάς τάς προτέρας μας άρετάς.
Πώς νά παραιτήσω τούς έπαίνους, όπού τυχαίνουν έκείνων τών ήρώων τής 'Ελλάδος, οί όποίοι μήν ύποφέροντες τάς φοβεράς τυραννίας τών όθωμανών, έκλέγουσιν έκείνους όπού γνωρίζουσιν άξιωτέρους καί φεύγουσιν είς τά δάση, διά νά διαυθεντεύσουν τήν έλευθερίαν των; Πού έσπούδαξαν έκείνοι τακτικήν, διά νά άντισταθώσιν είς τό πλήθος τών έχθρών των, καί νά τούς νικώσι πάντοτε; (1) Δέν άποδεικνύουσιν αύτοί φανερά καί τήν άφευκτον πτώσιν τής όθωμανικής δυναστείας καί τήν εύκολίαν τής έπανορθώσεώς μας; 'Η μήπως είναι όλίγοι! Τήν σήμερον είς όλην τήν 'Ελλάδα εύρίσκονται βέβαια άπό αύτούς περισσότεροι άπό δέκα χιλιάδας, τών όποίων ή άνδρεία είναι άδιήγητος καί ή άγάπη διά τήν έλευθερίαν τους άπερίγραπτος. Αύτοί οί ήρωες πολλάκις, μήν άπαντώντες έχθρούς, διά νά λάβωσι μέ τήν νίκην τά όσα τούς είναι άναγκαία, ζώσι δύο καί τρείς ήμέρας μέ νερόν καί χόρτα, καί ούτως δέν ένοχλούσι τούς χωριάτας είς 1. Είναι άξιον θαυμασμού, όπού ένας άπό αύτούς τούς ήρωας μέ μόνον δέκα έξ συντρόφους έφυλάχθη πολλούς χρόνους έλεύθερος είς τά μέρη τού Ξηρομεριού, καί συνεκρότησεν μυρίους πολέμους έναντίον πολλών έκατοντάδων έχθρών. τό ούδέν. Καθείς άπό αύτούς άξίζει δέκα άρχιστρατήγους άλλογενείς διά τήν έξυπνότητα τού νοός καί διά τάς πολεμικάς έφευρέσεις, διά δέ τήν άγάπην τής έλευθερίας καί τήν μεγαλοψυχίαν, δέν είναι δυνατόν νά τούς παρομοιάση τινάς μέ κανένα άπό τούς τωρινούς άρχιστρατήγους
(1). Τά ήθη τών 'Ελλήνων, πρός τούτοις, είναι άλλη μεγαλειτέρα αίτία, ότι εύκολος είναι ή έπανόρθωσίς των. 'Ολοι οί 'Ελληνες, καί μάλιστα οί χωρικοί, έχουσι μεγαλωτάτην κλίσιν είς τά άρματα (2). Σχεδόν καθείς άπό αύτούς έχει δύο καί τρία άρματα, καί είναι άξιοθαύμαστοι κυνηγοί (3). Είναι δέ γενικώς πεπροικισμένοι άπό τήν φύσιν μ' έν πνεύμα γεννητικόν καί όρθόν. 'Ανάμεσα δέ είς τάς φυσικάς των άρετάς, διά νά είπώ έτζι, ή φιλοξενία είναι είς αύτούς γενική. Τέλος πάντων φιλόθρησκοι καί είς τό άκρον έναντίοι τών όθωμανών.
1. Οί νύν άρχιστράτηγοι τών άλλογενών, άφού κατά συνήθειαν προστάξωσιν όσα έμαθον νά λέγωσι, τότε έπιστρέφουσιν είς τά όπισθεν, μέ πρόφασιν διά νά μήν βάλουν είς κίνδυνον τά στρατεύματα μέ τόν χαμόν τής ζωής των, καί ούτως πολλάκις κλέπτουσι τήν τιμήν μιάς νίκης, είς τήν όποίαν αύτοί δέν έλαβον ίσως τό παραμικρόν μέρος, καί πάντοτε μέ τήν άπουσίαν τους προξενούσι τήν σύγχυσιν, όπού είναι πρόδρομος τής ήττας.
2. Τό μικρόν παιδάριον ένός ήρωος Σουλιώτου, όπού ό τύραννος 'Αλής, ώς αίχμάλωτον έφύλαττε είς τήν μητρόπολιν τών 'Ιωαννίνων μαζί μέ τήν μητέρα του καί άδελφάς του, δέν ύπόφερνε τοιαύτην φυλακήν, καί άλλέως δέν ήμπόρεσαν νά τό ήμερώσουν, παρά δίδοντάς του τά πολεμικά άρματα, μέ τά όποία παίζοντας ήσύχασεν.
3. Πολλοί χωριάτες, μάλιστα δέ οί Σουλιώτες, τόσον είναι έπιτήδειοι είς τό νά σημαδεύουσιν μέ τό βόλι, όπού πολλάκις τό περνούσι άπό έν δακτυλίδι. 'Εχουσι δέ καί τήν όρασιν τόσον όξείαν καί καθαράν, όπού βλέπουσι τήν νύκτα περισσότερον άπ' ό,τι βλέπουσιν οί άκαδημικοί τής Κρούσκας τήν ήμέραν. μέ βιάς τ' όλοστερνό άποξίγκι άρπούν, τίς λυχνοκάφτρες θρέφουν. Τού Χάρου τό λιγνό βοδάλαφο νογούν ν' άκροδιαβαίν βρυστικά νερά όπού πίουσι, τούς βαστά άδιακόπως είς μίαν εύρωστίαν καί δύναμιν έξαίσιον .
(1). 'Η είλικρινότης καί εύθύτης των είναι βέβαια άξίαι τού χρυσού αίώνος. Τό σέβας των πρός τούς γέροντας καί ή άγάπη των διά τήν δόξαν είναι όμοίαι μέ τών Σπαρτιάτων. Είναι λίαν εύστροφοι, άγαπούσι καταπολλά νά έπιχειρίζωνται κάθε δύσκολον ύπόθεσιν, καί είναι περισσότερον ριψοκίνδυνοι, παρά δειλοί (2). 'Η διαγωγή των είναι ένάρετος, καί μέ τόσην σταθερότητα ύποφέρουσι τά βάσανα τής όθωμανικής τυραννίας, όπού φανερά άποδεικνύεται ή άνότης τής ψυχής των' καταφρονούσι δέ είς τό άκρον τούς τυράννους των, καί ή προθυμία των είς τό νά έλευθερωθώσι είναι άκρα. 'Αλλο δέν προσμένουν, παρά μόνον ένα άρχιστράτηγον, διά νά τού γίνουν όλοι όπαδοί, καί νά ξαναποκτήσουν τήν έλευθερίαν τους. 'Ισως κανείς άπό τούς άναγνώστας, μάλιστα δέ άν είναι άλλογενής - διά τούς όποίους έγώ δέν γράφω- ήθελε μέ κατακρίνει διά κόλακα πρός τούς όμογενείς μου, τούς όποίους τρόπον τινά φαίνεται νά έπαινώ πολλά. Διά τούτο λοιπόν, θέλοντας νά έβγάλω άπό αύτούς τοιαύτην άμφιβολίαν, θέλω προσπαθήσει νά άποδείξω έν συντόμω τάς αίτίας τοιούτου χαρακτήρος. Τό νά διαφέρωσιν οί άνθρωποι άναμεταξύ των, τόσον κατά τό σώμα, καθώς καί κατά τό πνεύμα, ούδείς βέβαια άμφιβάλλει. Τρείς είναι λοιπόν αί αίτίαι τοιούτου άποτελέσματος. 'Η θέσις μιάς έπαρχίας ώς πρός τήν γηίνην σφαίραν, τό κλίμα καί αί περιστάσεις. 'Η μέν πρώτη προξενεί τήν διαφοράν είς τά γένη, ώς έπί παραδείγματι ό Ρώσσος διαφέρει άπό τόν 'Αφρικάνον. 'Η δέ δευτέρα έκτελεί τό αύτό άπό πολίτην είς πολίτην, καί ούτως ό 'Αθηναίος διαφέρει άπό τόν Λακεδαίμονα. Καί ή τρίτη, τέλος πάντων, είς τήν όποίαν αί δύο πρώται πολλά συνεισφέρουσι, άποκαταστεί μεγαλειτέραν τήν διαφοράν άνάμεσα είς τούς άνθρώπους, καί διά τούτο ό είς διαφέρει τού άλλου. 'Η διοίκησις, ή θρησκεία, ό άριθμός τών κατοίκων, τά ήθη, καί τέλος πάντων ή έξακολούθησις άγνώστων αίτιών, ήτοι τό συμβεβηκός, συνθέτουσι ταύτην τήν τρίτην αίτίαν, λέγω, τών περιστάσεων. 'Οθεν καί είς τήν διαφοράν τού χαρακτήρος τού καθενός έχει τό μεγαλείτερον μέρος. 'Αδύνατον είναι τώρα νά έπαριθμήση τινάς όλα έκείνα, είς τά όποία συνίσταται ή διαφορά τών άνθρώπων. Φθάνει, έν συντόμω, νά ήξεύρωμεν, ότι ή μέν θέσις κατά μοίρας, ώσαύτως καί τό κλίμα, άποκαταστώσι τούς άνθρώπους, ή μιάς κράσεως ύγιεστάτης, ή άδυνάτου, έκ τών περιστάσεων δέ ή μέν νομαρχία καταστεί τόν άνθρωπον άφοβον, είλικρινή καί ένάρετον, ή τυραννία δέ δειλόν, πονηρόν καί ύποκριτήν. 'Η θρησκεία ώσαύτως, τό Εύαγγέλιον τού Χριστού παραδείγματος χάριν, κατασταίνει τούς όπαδούς του φιλευσπλάγχνους, φιλοξένους καί συμπαθητικούς. 'Η έβραΐκή θρησκεία κάμνει τόν λαόν μισάνθρωπον. 'Η όθωμανική, τέλος πάντων, τόν κάμνει αύτόματον, καί ούτως διά τάς λοιπάς. Πρός τούτοις, τό συμβεβηκός έχει δύναμιν πολλάκις νά χαρακτηρίση ένα λαόν. Τυχαίνοντας, παραδείγματος χάριν, έν γένος είς πόλεμον μέ διάφορα άλλα γένη, καί νικώντας τα δύο καί τρείς φοράς, λαμβάνει βαθμηδόν έν θάρρος τοσούτον, ώστε όπού μέ τόν καιρόν τού μένει ξεχωριστόν του κτήμα. Ούτως ήκολούθησεν είς τούς Σπαρτιάτας καί τό ίδιον μάς τό βεβαιούσιν οί Σπαρτιάτες τού νύν αίώνος, λέγω οί θαυμαστοί Σουλιώτες, οί όποίοι ποτέ δέν έκαταδέχθησαν νά πολεμήσουν τούς έχθρούς των, άν πρότερον δέν τούς έβλεπον δεκαπλασίως περισσοτέρους των. Τό κλίμα τής 'Ελλάδος καί ή κατά μοίρας θέσις αύτής είναι έξαίρετα. 'Ολη σχεδόν ή 'Ελλάς είναι στολισμένη μέ λόφους καί πεδιάδας θαυμασίας, τά περισσότερα χωρία εύρίσκονται είς ύψος, ή γή είναι καταπολλά καρποφόρος, τά νερά καθαρώτατα, ό άήρ εύκρατος, όθεν καί γενικώς οί 'Ελληνες είναι ύγιείς καί εύφυείς. Αί περιστάσεις δέ όπού είς τόν παλαιόν καιρόν κατέστησαν τούς 'Ελληνας τόσον άξιωτέρους άπό τά άλλα γένη, τούς έχαρα χιόνια, κι όλο κι οί λύχνοι άποβασίλευαν, κι ό Χάρος κτήρισαν διά φιλοξένους, μεγαλοψύχους, ζηλωτάς τής πατρίδος των καί λατρευτάς τής έλευθερίας. Οί Ρωμαίοι μετά τόν Φίλιππον ώλιγόστευσαν όπωσούν τήν πρώτην των καθαρότητα, οί όθωμανοί δέ, φυλάττοντές τους ύπό τής βαρβάρου τυραννίας των, δέν ήμπόρεσαν ποσώς ούτε νά τούς φθείρουν τά ήθη, ούτε νά τούς άλλάξουν τόν παλαιόν χαρακτήρα τους, καί τούτο διά δύο αίτια. Πρώτον μέν, έπειδή οί όθωμανοί είναι έτερόθρησκοι, καί δεύτερον, όπού οί 'Ελληνες, μήν έχοντες είς χείρας των τήν διοίκησιν, πάντοτε έμειναν οί ίδιοι. Αύτοί, νομίζοντες τούς όθωμανούς τόσους ξένους τυράννους των, ούτε είς τά ήθη των τούς έμιμήθησαν, ούτε είς τόν χαρακτήρα των. Καί άν ή τυραννία τών όθωμανών ήφάνισεν τήν 'Ελλάδα κατ' άλλα μέρη, βέβαια δέν ήδυνήθη νά διαφθείρη τά ήθη τών κατοίκων της, όπού, ίσως, ένας μονάρχης, ήτοι τύραννος τής αύτής θρησκείας καί γένους, ήθελεν κάμει. Τά ήθη, λοιπόν, καί ό χαρακτήρ τών 'Ελλήνων προδεικνύει τήν εύκολίαν τής έλευθερώσεώς των. 'Αλλά άς στρέψωμεν, τέλος πάντων, τά όμματά μας είς τά παραδείγματα, διά νά καταπεισθώμεν εύκολώτερα. 'Εγώ ήμπορούσα νά σάς άναφέρω χίλια παραδείγματα γενικών έπαναστάσεων, παλαιών τε καί νέων είς διάφορα μέρη τής γής, διά νά σάς άποδείξω ότι, όταν μία έπανάστασις έχει διά όρον καί τέλος τήν έλευθερίαν, όταν δηλ. ή ύπόθεσις έγγίζει τούς περισσοτέρους, πάντοτε εύδοκιμεί. 'Αλλ' ή διήγησίς των ήθελεν σταθή πολλά διεξοδική, ώσάν όπού έπρεπε νά άναφέρω καί τάς περιστάσεις καί τά έπίλοιπα. 1. Σχεδόν είς όλα τά χωρία τής 'Ελλάδος δέν εύρίσκεται ίατρός' ή, διά νά είπώ καλλίτερα, δέν εύρίσκεται άρρωστος. 2. 'Οποιος παρατηρήση τά παιγνίδια τών παίδων καί νέων είς τήν 'Ελλάδα, εύκόλως ήμπορεί νά έννοήση τό ήρωΐκόν πνεύμα των, ώσάν όπού ή τύχη δέν έχει τό παραμικρόν μέρος είς αύτά, άλλά μόνον ή άνδρεία, καί μάλλον ή άγχίνοια. Πρός τούτοις τά παιδάρια συγκροτούν πολέμους άναμεταξύ των, τόσον είς όλα τά χωρία σχεδόν, καθώς καί είς διαφόρους πόλεις (είς τάς όποίας τών όθωμανών τά παιδία είναι διά παραπλήρωσιν καί φεύγουν τά πρώτα είς τήν παραμικράν στενοχωρίαν). Τά άρματά των είναι τόσα ξύλα, καί πολλάκις μεταχειρίζονται καί πέτρας. Τόσον τακτικά καί στοχαστικά διαυθεντεύονται καί πολεμούσι, όπού είναι όντως άξια θαυμασμού. Πολλάκις ό πόλεμος καί ή άδιάκοπος συγκρότησις βαστά έως τρείς ώρας. Φυλάττουσι μέ πάσαν άκρίβειαν τούς πολεμικούς των νόμους, καί άν κανένας δέν ύπακούση, εύθύς οί λοιποί τόν έκβάλλουν άπό τόν κατάλογον τών πολεμούντων. 'Υποδέχονται τούς αίχμαλώτους μέ κάθε καλωσύνην, άγκαλά καί νά τούς παρηγορούσιν είρωνικώς. Αύταί αί γυμνάσεις άκολουθούν είς τάς έορτάς, καί πάντοτε κρυφίως, έπειδή ό όθωμανός κυβερνητής δέν τούς τό συγχωρεί ή άπό άμάθειαν ή άπό φθόνον. Πολλάκις άκολουθεί καί θάνατος είς αύτάς τάς γυμνάσεις. Μ' όλον τούτο ή φυσική κλίσις τών νέων είς τά άρματα δέν ψηφεί ούτε φοβερισμούς, ούτε κίνδυνον, καί σχεδόν είς όλην τήν 'Ελλάδα εύρίσκεται αύτή ή συνήθεια. Δόξα ούν τή 'Ελευθερία, έχομεν έν παράδειγμα, καί μεγάλον καί νέον, τό όποίον είναι άρκετόν, διά νά σάς καταπείση, χωρίς νά έχω χρείαν νά άντιγράψω τούς ίστορικούς. Τοιούτον παράδειγμα τόσον είναι άξιοθαύμαστον είς τήν ίδιότητά του, όσον μεγαλειτέρα ήθελε σταθή ή άνοησία έκείνων, όπού δέν ήθελον καταπεισθή. Οί Σέρβοι μάς δίδουν αύτό τό μεγάλον παράδειγμα, ώ 'Ελληνες. Αύτοί ήτον ό λαός ό πλέον άπλούστατος, καί βέβαια καθείς έστοχάζετο, ότι άργότερα ήθελε λάμψει ή έλευθερία είς έκείνα τά μέρη, παρά είς τά άλλα. Μ' όλον τούτο, ό θαυμαστός στρατηγός των καί έλευθερωτής των Γεώργιος έστάθη ίκανός νά έπαναστατηση όλους τούς συμπατριώτας του, καί είς τό βραχύτατον διάστημα έξ μηνών νά έλευθερώση τήν πατρίδα του άπό τόν ζυγόν τής όθωμανικής τυραννίας. 'Ω, πόσα μαθήματα έδωσεν καί πόσας άμφιβολίας διέλυσεν μέ τά έργα του ό άξιάγαστος Γεώργιος είς μεταχείρισιν τών 'Ελλήνων! 'Ω, πόσον άποστόμωσε τούς άνοήτους καί φλυάρους κατά τών 'Ελλήνων μέ τά κατορθώματά του, καί έτρόμαξεν τούς άχρείους όθωμανούς μέ τά άρματα τής νίκης καί τής έκδικήσεως! 'Ω 'Ελληνες, μάθετέ το διά πάντοτε, τά άρματα τής δικαιοσύνης είναι άνίκητα, καί οί όθωμανοί θέλουν φύγει άπ' έμπροσθεν τών άρματωμένων 'Ελλήνων. Μήν άλησμονήσητε πρός τούτοις, παρακαλώ, τό παντοτινόν παράδειγμα τών θαυμαστών Μανιάτων. 'Ιδετε ότι οί όθωμανοί ποτέ δέν ήμπόρεσαν νά τούς καταδαμάσουν, ούτε κάν νά πλησιάσωσι τολμούσι πλέον είς τά σύνορά των. 'Ενθυμηθήτε, τέλος πάντων, ότι ή άρχή τής νίκης είναι ή άνθίστασις, καί ότι οί 'Ελληνες δέν είναι ούτε άγριοι, ούτε ούτιδανής ψυχής, καθώς οί έχθροί των όθωμανοί. 'Εγώ δέν ήξεύρω, τί νά σάς είπώ περισσότερα, χωρίς νά σάς ξαναειπώ τά ίδια. 'Η ύπόθεσις είναι τόσον φανερά, όπού μού κακοφαίνεται τή άληθεία, νά ήθέλησα νά σάς τήν άποδείξω. 'Αλλ' έπειδή άνάμεσα είς έκείνους όπού άμφιβάλλουν άπό δισχυρογνωμίαν, ή μάλλον είπείν κακογνωμίαν, εύρίσκονται τινές, οί όποίοι άμφιβάλλουσιν άπό άμάθειαν, διά τούτο καί μόνον άπεφάσισα νά παραστήσω τάς αίτίας, όπού βιάζουσιν ένταυτώ καί εύκολύνουν τήν έπανόρθωσιν τού γένους μας. 'Υστερα λοιπόν άπό τάς προειρημένας αίτίας, όπού άνέφερον, μένει άκόμη μία, ή όποία τόσον είναι μεγάλη καί εύκολονόητος, όπού πρέπει νά καταπείση καί τούς πλέον δισχυρογνώμονας. Ποίος άμφιβάλλει, έπί παραδείγματι, ότι τό μέρος είναι μικρότερον άπό τό όλον; Ποίος πρός τούτοις άμφιβάλλει, ότι μία δύναμις άς πέντε νικά μίαν άλλην άς δύο; Βέβαια ούδείς. Οί 'Ελληνες λοιπόν πρός τούς όθωμανούς, είναι άς τά έπτά πρός τό έν, καθώς άνωτέρω άπεδείχθη. Καί ποίος, παρακαλώ σας, τώρα δέν θέλει καταπεισθή άπό αύτήν τήν δείξιν, ότι οί 'Ελληνες πρέπει έξ άνάγκης νά νικήσωσι τούς όθωμανούς; Ποίος είναι έκείνος, όπού νά άμφιβάλλη καί νά μήν είναι όλοτελώς άναίσθητος; 'Εγώ θέλω νά έλπίσω, ότι δέν θέλει εύρεθή κανείς τόσον δύσνους καί άνόητος. 'Ω 'Ελληνες! 'Ω άγαπητοί μου άδελφοί! Καί όλιγότεροι άν ήμεθα άπό τούς όθωμανούς, άφεύκτως ήθέλαμεν τούς νικήσει, διά τάς τόσας αίτίας όπού άνωτέρω είπον, πόσω μάλλον όντες έπτάκις άνώτεροι είς τήν ποσότητα! Οί έχθροί μας δέ όχι κατά τόν άριθμόν μόνον, άλλά καί κατά τά ήθη, κατά τήν άνδρείαν καί κατά τήν μεγαλοψυχίαν, είναι έκατόν φοράς ύποδεέστεροί μας. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν νά μήν νικήσωμεν τούς έχθρούς μας; 'Ισως πάλιν κανένας άπό έκείνους όπού συνηθίζουν νά έρωτώσι, χωρίς νά καταλαμβάνωσι, ήθελεν άποκριθή: «Αν ούτως έχει τό πράγμα, διατί λοιπόν μέχρι τής σήμερον δέν τούς ένίκησαν;» Καί πότε έπολέμησαν, άνόητε άνθρωπε, καί δέν τούς ένίκησαν; Αύτοί οί όλίγοι φευγάτοι είς τά δάση, όπού καθημερινώς πολεμούσι καί νικούσι, δέν είναι ίκανοί ίσως νά σού άποδείξουν τήν άλήθειαν; Τά έλληνικά πλοία, καί μάλιστα τών 'Υδριώτων, όπού καθημερινώς μέ τούς άλλογενείς πειράτας έχθρούς των πολεμούσι, δέν τούς νικούσιν ίσως πάντοτε, άγκαλά καί άσυγκρίτως μεγαλειτέρους των; 'Ο Γεώργιος δέν έλευθέρωσεν ίσως τούς Σέρβους; Καί ποίος άμφιβάλλει, ότι ό Ρήγας ήθελεν έλευθερώσει τήν 'Ελλάδα, άν ή φθονερά τύχη μας δέν ήθελεν δανείσει τής προδοσίας τό μιαρόν ξίφος είς τάς χείρας τού σκληρού Οίκονόμου; 'Αλλ' ίδού πάλιν άλλος, άπ' έκείνους όπού κρίνουν τά πράγματα καθώς τά βλέπουν, καί όχι καθώς είναι, νά λέγη: «'Ε! ένας ήτον ό Ρήγας, καί άλλος δέν εύρίσκεται». 'Ω, πόσον λανθάνεται, όποιος έτζι στοχάζεται! 'Εγώ δέν θέλω νά κάμω τοιαύτην άτιμίαν τής άνθρωπότητος, καί μάλιστα τού γένους μας, πιστεύοντάς το. Καί άν μέχρι τού νύν δέν έφάνη, όχι διά τούτο δέν ήμπορεί νά έμφανισθή έντός όλίγου; Μόνον οί άκατάπειστοι άς προσμείνουν νά ίδούν είς τόν ίδιον καιρόν τήν έλευθερίαν τής 'Ελλάδος καί τήν έντροπήν τους. 'Εσείς δέ, ώ μιμηταί τού μεγάλου Ρήγα, άκούσατε μερικάς ένθυμήσεις, όπού τώρα θέλω σάς καταγράψει, διά νά δώσω τέλος τού λόγου μου, καί έν ταυτώ νά άποδείξω τά μέσα μιάς έπαναστάσεως καί έπανορθώσεως τού γένους μας. 'Εγώ δέν νομίζω μ' έτούτο νά σάς συμβουλεύσω, ώ άγαπητοί μου, έπειδή ήξεύρω, ότι ό μεγαλείτερος διδάσκαλος είναι ό έρως τής πατρίδος, καί έσείς τόν αίσθάνεσθε, όσον χρειάζεται. Τό θέμα όμως τό καλεί, καί διά τούτο σάς λέγω, ότι ή άρετή πρέπει νά είναι ό όδηγός τών έπιχειρημάτων σας. 'Ο σκοπός σας πρός τό καλόν τό γενικόν, καί όχι τό μερικόν, νά άποβλέπη πάντοτε. 'Η φρόνησίς σας θέλει σάς διδάξει, πώς νά φυλάξητε τό μυστικόν. 'Εγώ σάς ένθυμώ μόνον, ότι οί προδόται εύρίσκονται πανταχόθεν. 'Η έμπειρία σας θέλει σάς δείξει τά εύκολοφύλακτα χωρία καί τούς φιλοπάτριδας καί έναρέτους άνδρας, έγώ δέ σάς ένθυμώ πόσον συμφέρουν είς τήν έπιχείρησίν σας. 'Εσείς δέν είσθε χρυσολάτραι, έγώ δέ σάς ένθυμώ, όπόσον ούτιδανώνει ή φιλαργυρία μίαν ήρωΐκήν ψυχήν. 'Εσείς, τέλος πάντων, ήξεύρετε πώς νά νικήσητε, έγώ δέ σάς λέγω νά καλομεταχειρισθήτε τάς νίκας σας. Μήν άλησμονήσητε τήν ταχύτητα τού καιρού, διά νά μήν άπερνά ούτε μία στιγμή, όπού νά μήν είναι στεφανωμένη άπό τά χρηστά κατορθώματά σας. Είσθε προβλεπτικοί. Βραβεύσατε τήν άξιότητα είς όποιον ύποκείμενον τήν εύρετε, τιμωρήσετε τά άμαρτήματα όμοίως. Καί, τέλος πάντων, κράξατε πρός τούς συναδελφούς μας 'Ελληνας καί είπατε αύτών: 'Ιδού, άδελφοί, καιρός σωτηρίας. Μήν σάς λυπήση όλίγον αίμα διά τήν έλευθερίαν σας καί τήν εύτυχίαν σας. Ποίος δέν κόπτει τόν δάκτυλον, διά νά ίατρεύση τήν χείρα του; Λάβετε τά σπαθία τής δικαιοσύνης, καί άς όρμήσωμεν κατά τών δειλών όθωμανών, διά ατα στίς μάνες τους μές σέ βαθιά ταγάρια ξεπρόβαιναν τά χαλκοπράσινα λοξόματα νά συνθλάσωμεν τάς άλύσους μας. 'Ας εύχαριστήσωμεν τόν Θεόν, όπού δέν έγεννήθημεν ένα αίώνα πρωτύτερα, άλλ' έγεννήθημεν είς καιρόν έπιτηδειότατον είς τό νά έλευθερώσωμεν τήν πατρίδα μας. Ποία μεγαλειτέρα εύχαρίστησις διά ένα άνθρωπον άπό αύτήν! Μήν βραδύνετε λοιπόν, ώ άγαπητοί, τήν ύπόθεσιν. 'Ας ξεσπαθώσωμεν μίαν φοράν, καί τό πράγμα θέλει έλθει μόνον του είς τό τέλος. Τό όθωμανικόν κράτος, πάλιν σάς τό ξαναλέγω, πρέπει νά πέση έξ άποφάσεως, ή ούτως ή ούτως. 'Αλλοίμονον λοιπόν είς τό γένος μας, άν κυριευθή άπό έτερογενές βασίλειον. Τότε οί 'Ελληνες δέν θέλουν μείνει πλέον 'Ελληνες, άλλά κατ' όλίγον όλίγον θέλουν διαφθαρή τά ήθη των, καί θέλομεν μείνει πάλιν δούλοι, καί δούλοι ίσως, πάλιν, άλευθέρωτοι διά πολλούς αίώνας. Διά τήν άγάπην τής τιμής μας, στοχασθήτε το μέ προσοχήν. Μήν σάς πλανήσουν τά ταξίματα τών έπιτρόπων καί άποστόλων τών ξένων βασιλειών. Αύτοί είναι τόσοι σκλάβοι, καί διά νά μετριάσουν τήν έντροπήν των, προσπαθούν νά αύξήσουν τόν άριθμόν των. Αύτοί δέν προσκυνούσι, είμή τόν βασιλέα των καί τόν χρυσόν. Μήν στοχάζεσθε, ώ άδελφοί μου, ότι κανείς άπό αύτούς θέλει θυσιάσει καί χρυσόν καί στρατιώτας, διά νά διώξη τόν όθωμανόν καί νά μάς άφήση έπειτα έλευθέρους! 'Ω, κάλλιον ένας σεισμός ή ένας κατακλυσμός νά μάς άφανίση όλους τούς 'Ελληνας, παρά νά ύποκύψωμεν πλέον είς ξένον σκήπτρον. Διατί, ώ 'Ελληνες άγαπητοί μου, νά προσμείνωμεν νά μάς δανείση άλλος έκείνο, όπού ήμείς έχομεν; Χίλιας φοράς περισσότερον αίμα ήθελεν έκχυθή, άν ήθελεν είσέλθει ξένον σπαθί είς τήν 'Ελλάδα, παρά άν ήθέλαμεν έλευθερωθή μόνοι μας. Μήν σάς δειλιάση πρός τούτοις ή άπειρία μας, άλλ' ίδατε τούς Σέρβους (1). 'Ιδατε ένταυτώ τούς νύν ναύτας τού γένους μας, πώς, άγκαλά καί άγράμματοι, ταξιδεύουν μέ μεγαλωτάτην εύκολίαν είς όλας τάς θαλάσσας, μάλιστα δέ κάμνουσι μόνοι τους τά πλέον ώραιότατα καί ταχύτερα καράβια. Μήν στοχάζεσθε λοιπόν, ότι χρειάζονται αίώνες, διά νά καλλωπισθή τό γένος μας καθώς πρέπει. Ούχί, ώ 'Ελληνες! Τό νά έλευθερωθή καί νά καλλωπισθή είναι τό αύτό, καί θέλει άκολουθήσει είς τόν ίδιον καιρόν. Μήν σάς φοβίσουν τά μέσα, ό,τι λογής καί άν είναι' άποβλέψατε μόνον είς τό χρηστόν τέλος. 'Ο καλός ναύτης ταξιδεύει μέ όλους τούς άνέμους. Ούτως καί ό έλευθερωτής τής 'Ελλάδος, είς κάθε περίστασιν, όπού τό τυχόν διορίση, ήμπορεί πάντοτε νά διοικήση καλώς, ώσάν όπού ό σκοπός του είναι ένας, έν τό τέλος του, λέγω τό κοινόν όφελος. 'Η τυραννία τών όθωμανών ηύξησεν τόσον, όπού μόνη της προδεικνύει τόν άφανισμόν της. 'Η 'Ελευθερία έπλησίασεν είς τήν προτέραν της κατοικίαν. 'Ο ήχος τής σάλπιγγος τού 'Αρεως έξύπνησεν άπό τούς τάφους των τών προγόνων μας τούς ήρωας. 'Ιδού ό Δημοσθένης, άπό τό έν μέρος, θεωρεί δεύτερον Φίλιππον είς τόν τύραννον τής 'Ηπείρου. 'Ιδού ό Λυκούργος βλέπει άλλους Σπαρτιάτας είς τούς Σουλιώτας καί 'Ο άγαλματοποιός προτιμεί έν μάρμαρον άκέραιον καί άδούλευτον, παρά έν μισοδουλευμένον. 'Επειδή μέ τό πρώτον ήμπορεί νά κάμη ό,τι λογής άγαλμα θελήση, άλλά μέ τό δεύτερον πρέπει νά κάμη όχι έκείνο όπού θέλει, άλλ' έκείνο όπού ήμπορεί νά γίνη. Ούτω καί οί νύν 'Ελληνες, μήν όντες γενικώς πεπαιδευμένοι είναι εύκολώτερον νά καλοπαιδευθώσιν, παρά άν ήτον κακώς πεπαιδευμένοι. 'Η έλευθερία είναι σχολείον εύρυχωρότατον καί ή θέλησις ό πλέον έπιτήδειος διδάσκαλος. Μανιάτας. 'Ο μέγας Λεωνίδας άκούει τά τύμπανα τής νίκης καί εύφραίνεται. 'Ο τύραννος τής Συρακούζης Διονύσιος βλέπει καί αύτός μακρόθεν τόν τύραννον τών όθωμανών καί προβλέπει τό τέλος του. 'Ηγγικεν ή ώρα, ώ 'Ελληνες, τής έλευθερώσεως τής πατρίδος μας! Τό τέλος τών τυράννων είναι, άδελφοί μου, πασίδηλον! 'Ολοι άπό τόν θρόνον μετέρχονται είς τόν 'Αδην μέ βίαιον θάνατον καί δέν μένει άπό αύτούς άλλο, είμή τό βρωμερόν όνομά των διά κατάραν είς τά στόματα τών μεταγενεστέρων. 'Ω 'Ελληνες! Οί ποταμοί αίματος τών συγγενών μας καί φίλων μας, όπού έχύθησαν άπό τό όθωμανικόν σπαθί, ζητούσιν έκδίκησιν. Τόσοι άλλοι, όπού μέλλουσι νά χυθή, ζητούν βοήθειαν. 'Αλλοίμονον λοιπόν είς τά άπρόσεκτα πνεύματα, καί μακάριοι οί συνδρομηταί! Ναί, άγαπητοί μου άδελφοί, άκόμη μίαν φοράν διά πάντα σάς τό ένθυμώ, ότι καιρός τής δόξης έφθασεν, καί κάθε μικρά άναβολή είναι έπιζήμιος κατα πολλά είς ήμάς. 'Ας τρέξωμεν λοιπόν όλοι μας, ναί, όλοι μας, πρός κοινήν ώφέλειαν. Καί άμποτες κάγώ, σύν τοίς λοιποίς φιλογενέσι μου, νά άξιωθώ όγλήγορα νά χύσω τό αίμα μου διά τήν σωτηρίαν τής γλυκυτάτης μου πατρίδος καί νά αίσθανθώμεν όλοι μας ή τήν χαράν τού Θεμιστοκλέους ή τού 'Επαμεινώντα. 'Ε! πόσον γλυκύ πράγμα είναι νά όμιλή τινάς τήν άλήθειαν! Γλυκύτερον όμως καταπολλά είναι νά έκφέρη είς φώς άληθείας έπωφελείς. Αύτό έγώ έπροσπάθησα, άγαπητοί μου, νά έκτελέσω καί έλπίζω νά έπέτυχον τού σκοπού μου. 'Αχρηστον ήθελεν είναι είς ένα άρρωστον, άν ό ίατρός, άφίνοντας κατά μέρος τό πάθος του, ήθελε τού όμιλήσει περί άλλων παθών. Διά τούτο κάγώ, γνωρίζοντας τήν άληθή άσθένειαν τής 'Ελλάδος, περί αύτής μόνον άπεφάσισα καί ώμίλησα τών άδελφών μου 'Ελλήνων. 'Απέδειξα τί έστί έλευθερία. 'Επειτα έφανέρωσα πόσον άναγκαίον άπόκτημα είναι είς τόν άνθρωπον' ότι μόνον αύτη τόν άποκαταστεί άξιον τού όνόματός του, όντας ό δούλος ποταπότερος καί άπό τά ίδια άλογα ζώα. Τά όλίγα παραδείγματα όπού άνέφερα άπό τήν άναρίθμητον ποσότητα, όπού ή ίστορία μάς διηγείται, άπέδειξαν όπόσων μεγάλων κατορθωμάτων είναι πρόξενος ή έλευθερία. Δέν έλειψα άπό τό νά σάς ένθυμίσω τό χρέος, όπού ό άνθρωπος έχει νά διαυθεντεύση τήν Πατρίδα του καί τήν 'Ελευθερίαν του. Τέλος πάντων, άγαπητοί μου, έπροσπάθησα νά σάς άποδείξω, πόσον εύκολος είναι ή έπανόρθωσις τής 'Ελλάδος. 'Ο χαρακτήρ μας, ή ποσότης μας, τά ήθη μας, τό γήρας τής τυραννίας, τό πλήθος τών συνδρομητών καί ή φυγή τής άμαθείας, έστάθησαν τά άναντίρρητα δικαιολογήματά μου. 'Εν ένί λόγω, έδειξα τού καθενός πού εύρίσκεται ή εύτυχία του. 'Αμποτες, λοιπόν, όλοι μας νά κινήσωμεν πρός άπάντησίν της, καί νά άξιωθώμεν ταχέως νά δοξάσωμεν τό όνομα τής 'Ελλάδος, καί σκιρτίζοντες νά άλαλάξωμεν:
Ζήτω ή 'Ελευθερία τών 'Ελλήνων είς αίώνας αίώνων!
Γένοιτο, γένοιτο!

No comments:

Post a Comment